ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Κατερίνα Θεοδωροπούλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ακόμη ένας υπάλληλος στα δίχτυα της αράχνης, αυτής της εξωτικής, που όμοιά της δεν έχεις ξαναδεί. Μα από πού ήρθε αυτή η αράχνη και δεν μοιάζει με κανέναν ντόπιο, παρά μόνο αρπάζει στα δίχτυα της υπαλληλάκους (στον μισθό υπαλληλάκους, γιατί στο ηθικόν ανάστημα είναι αρχιυπάλληλοι), τους αρπάζει και τους καταβροχθίζει σαν να μην υπήρξαν ποτέ τους; Δεν έμοιαζε με κανέναν ντόπιο γιατί ήταν πολιτισμένη αράχνη, με παιδεία, μόρφωση, κοστούμια και ξένες γλώσσες. Μα πώς έγινε αυτό; Πώς έπεσε στα δίχτυα της; Αυτοί είχαν μάθει από τη μεροκαματιάρα μάνα τους και τον πατέρα τους να μην αδικούν κανέναν, αλλά να μη σκύβουν και το κεφάλι, να μην προσβάλλουν κανέναν μα να μην ανέχονται κιόλας άδικες προσβολές. Μα πώς βρέθηκαν φαγωμένοι από αυτήν τη σκουληκαντέρα; γιατί όχι, αράχνη δεν μπορεί να είναι. Σκουληκαντέρα μοχθηρή και τιποτένια, που όμοιά της ο τόπος δεν είχε ματαδεί.

Είχε και κάτι φίλους, δεν ήταν μόνη της, σκουλήκια κι αυτοί, υποχθόνιοι, βρομεροί, έζεχναν offshore και διαπλοκή. Ηταν άτυχος βλέπετε ο υπαλληλάκος, έπεσε πάνω στη σιχαμένη τη σκουληκαντέρα και αυθαδίασε. Πώς τόλμησε; Δεν ήξερε άραγε από τι γένος βασιλικό ήταν η σκουληκαντέρα; Και τι γερές πλάτες είχε από πίσω; Δεν ήξερε, όχι. Πίστευε στην παροιμία «κι αν είσαι διάκος και παπάς με την αράδα σου θα πας». Δεν ήξερε ότι άλλαξαν οι καιροί. Οι παπάδες δεν περίμεναν πια στην αράδα, το ράσο είχε αποκτήσει δυνάμεις. Ούτε όμως και τα σκουλήκια περίμεναν. Ηταν ανυπόμονα κι αυθάδικα. Τι κι αν άργησαν να σκουληκοφτάσουν; Δεν ήξερε την αρχαία φράση που τιμά τον πολιτισμό των Ελλήνων: «ξέρεις ποιος είμαι εγώ;» Δεν ήξερες καλέ μου υπαλληλάκε, κι αναγκάστηκες να αποδεχτείς την ταπεινωτική φράση «ανακάλεσε τις κατηγορίες».

Α ρε μάνα, πού κατάντησα, σκεφτόταν. Δεν μπορούσε να κάνει κι αλλιώς όμως, τα παιδιά του ήταν μικρά, το δάνειο έτρεχε, τη δουλειά την είχε ανάγκη και οι δικηγόροι τού είπαν… δεν έχεις ελπίδα με τη σκουληκαντέρα, είναι αχόρταγη.

Ανακάλεσε αν θες να κρατήσεις τη δουλειά σου και να μην έχεις μπλεξίματα.

«Ανακάλεσα μάνα, συγγνώμη».