Εναν χρόνο τώρα εξακολουθεί να κυριαρχεί το πνεύμα αρχηγισμού που οδήγησε στη διάσπαση του ΣΥΡΙΖΑ. Ο εν εξελίξει περαιτέρω πολυμερισμός του προβληματίζει στελέχη και όργανα του κόμματος, ενώ κάποιοι σκέφτονται ανοίγματα προς άγραν ψήφων και από την Ακρα Δεξιά!
Ωστόσο δεν συζητιούνται απόψεις και θέσεις που ευθύνονται για αυτή τη θλιβερή ανακύκληση ηγεμονισμών και αντι-ηγεμονισμών με μόνο αντίβαρο τις παραιτήσεις και τη διαμαρτυρία κομματικών οργάνων για την παραχάραξη της κομματικής λειτουργίας, ενόσω λεκτικές αντιπαραθέσεις των οπαδών της μιας ή της άλλης πλευράς εκτίθενται για τυφλό φανατισμό που αποτρέπει οποιοδήποτε συμπλησίασμα. Και ενώ είναι πλέον ορατό το ιδεολογικο-πολιτικό κενό για το τι και προς τι της πολιτικής, προέκυψε και το σοβαρό ζήτημα της επιβίωσης αριστερών εφημερίδων όπως η ΑΥΓΗ, όσο η κοινή γνώμη παρελκυστικά ασχοληθεί λ.χ. με τον προπολεμικό επιτυχημένο συγγραφέα Μ. Καραγάτση που με τη δημοφιλία του εκτόπισε άλλους πολύ σπουδαιότερους Ελληνες συγγραφείς, από τον Μπεράτη έως τον Σκαρίμπα κ.ά. Και αφού αυτό έγινε κάποτε, γιατί να μη γίνει και τώρα;
Οσο κι αν, αντιμέτωποι με τις συντεταγμένες δυνάμεις Δεξιάς και Ακροδεξιάς, ευχόμαστε την αναγκαία ούτως ή άλλως σύμπραξη των κομματιών του διασπασμένου ΣΥΡΙΖΑ με ή χωρίς άνοιγμα στο κεντρώο ΠΑΣΟΚ, αυτό δεν μπορεί να γίνει αν δεν απαντηθεί το ερώτημα τι έφταιξε για όλα αυτά στη βάση διεργασιών συλλογικής αυτεπίγνωσης. Η απλή άθροιση των επιμέρους εκλογικών ποσοστών δεν αρκεί, καθώς το «αρχηγιλίκι» ηθών και νοοτροπιών του 19ου αι. εξελίχθηκε σε αρχηγική μανία που υποσκάπτει τη δυνατότητα να μετατραπεί η λύση των βασικών προβλημάτων της κοινωνίας σε προϋπόθεση για την προστασία της χώρας και τη μελλοντική της ανάπτυξη.
Αλλά για να πρυτανεύσει πνεύμα ενότητας στον αριστερό χώρο, τίποτα πιο αναγκαίο από τη σε βάθος αναγνώριση των καταστατικών αρχών και των επιμέρους προγραμματικών θέσεων και πρακτικών με κοινή βλέψη όλων τον παραμερισμό επιμέρους συμφερόντων και φιλοδοξιών που αναδύονται από μια βαθύτατα ατομικιστική και γι’ αυτό ταχύτατα εκφυλιζόμενη δημοκρατία.
Ισως οι πλέον κατάλληλοι να συμβάλουν στην ενοποίηση των αντιμαχόμενων αριστερών δυνάμεων να ήταν αριστεροί διανοούμενοι ικανοί να συμβάλουν στην υπέρβαση των αντιθέσεων στον χώρο, που, παρά την οργάνωσή του στη βάση ανάληψης ευθυνών διακυβέρνησης της χώρας, αμέσως μετά το διόλου ευκαταφρόνητο εκλογικό αποτέλεσμα του 21%, διαχωρίστηκε στα εξ ων συνετέθη.
Η ιστορική εφημερίδα ΑΥΓΗ μπορούσε τα τελευταία είκοσι χρόνια να λειτουργεί ως πεδίο κοινωνικο-πολιτικών προβληματισμών, ιδεολογικών διεργασιών και ζυμώσεων στη βάση μιας έλλογης κριτικής ιδεών της μεταμοντέρνας σκέψης που επικράτησε τα τελευταία 30 χρόνια, στην Ευρώπη και στη Δύση γενικότερα, για να εισαχθεί και στη χώρα μας ως ευεργετικός άνεμος εναντίωσης στον λιμνάζοντα, ακύμαντο συντηρητισμό της. Με αυτή την προσδοκία η μεταμοντέρνα σκέψη με όλα τα παρακλάδια της μετατράπηκε σε γνωστικό αντικείμενο διδασκαλίας και έρευνας ακαδημαϊκών διδασκόντων, οι οποίοι με αιφνίδια άλματα από τον Πουλαντζά στον Αλτουσέρ, από τον Μαρξ στον Σπινόζα ή από τον Λένιν ή τον Μάο στον Ντεριντά, ως εισαγωγείς της αδύναμης σκέψης (pensierο debole), αδιαφόρησαν για τη σχέση της με την αλματώδη εξέλιξη των πραγμάτων από το Μάαστριχτ και μετά και για τις συνέπειες που θα είχε αργά ή γρήγορα η αμφισβήτηση εννοιών και αξιών (αλήθεια, δικαιοσύνη, ενότητα, ελευθερία) καθώς ως εργαλεία αποτίμησης των τεκταινόμενων στα ζοφερά χρόνια κρίσης και εντεινόμενης ανομίας θυσιάστηκαν στον ακραίο υποκειμενισμό που απέπνεε το δόγμα τού anything goes.
Αποτέλεσμα ήταν η εξαφάνιση οραματισμών ικανών να συσπειρώσουν τα αδικημένα στρώματα της κοινωνίας στη λύση των ζωτικών προβλημάτων τους. Η διάδραση δημοκρατικών θεσμών με τις αρχές του σοσιαλισμού, που θα άνοιγε τον ορίζοντα, έπαψε ξαφνικά να είναι συγκεκριμένη.
Αυτό που δεν έκαναν οι διανοούμενοι του ΣΥΡΙΖΑ είναι να αποτιμήσουν τις σχέσεις που μπορούσε να έχει η ανίσχυρη σκέψη με όσα συμβαίνουν εδώ και μια εικοσαετία στην ελληνική, στην ευρωπαϊκή και στην παγκόσμια πραγματικότητα.
Σε αυτή την αδιάπτωτη ιδεολογικο-πολιτική συνθήκη αν κάποιοι σκεπτόμενοι, μέλη ή ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ, τολμούσαν να προβληματισθούν για την άκριτη αποδόμηση εννοιών-αξιών που απέτρεπε κριτικές αναλύσεις και αποτιμήσεις και δεν σιωπούσαν, σιωπηρά αποκλείονταν ως personae non gratae από τον συναδελφικό χώρο των κοινωνικο-πολιτικο- ιδεολογικών προβληματισμών. Το θεωρητικό και ηθικό πλεονέκτημα του ΣΥΡΙΖΑ έγινε βορά ενός άκρατου ατομικισμού που τον αφόπλισε οδηγώντας στην πολυδιάσπασή του.
Εδώ και έναν χρόνο η σκυτάλη παραδόθηκε στους νεότερους (φοιτητές, μεταπτυχιακούς, διδάκτορες πλην ανέργους) που αποφεύγουν τη διερώτηση τι σχέση μπορεί να έχει ο υπερβάλλων εγκεφαλισμός με τις συνθήκες απάνθρωπης επιβίωσης και αρκούνται σε ένα ρητορικό λέγειν που κάνει τα δυνατά με πράξεις αδύνατα με τα λόγια και το αντίστροφο. Αλλά κανείς ακαδημαϊσμός ή λαϊκισμός δεν μπορεί να γεφυρώσει το χάσμα μεταξύ θεωρίας και πράξης που συνεχώς μεγαλώνει.
Μόνο η ενσυναίσθηση ευθυνών και λαθών θα μπορούσε, με τη συμβολή όσων με τον διαφωτιστικό οβολό τους επιχειρούν να διαλύσουν τη θολούρα που τύλιξε την πραγματικότητα και τη σκέψη.
*Ομ. καθηγήτρια Φιλοσοφίας, συγγραφέας
