Δύο αδερφές στο τέρμα κάθε σκοπού περιμένουν: Η Κρύα Απογοήτευση και η Λύπη Γουόλτερ Σκοτ
Τελικά, το επίπεδο ποδοσφαίρου μιας χώρας μετριέται από τα επιτεύγματα του αντίστοιχου εθνικού αντιπροσωπευτικού της συγκροτήματος ή από τις διασυλλογικές προόδους και εξελίξεις;
Στο σύγχρονο ποδόσφαιρο, που οι σύλλογοι περισσότερο λειτουργούν ως εταιρικά μορφώματα με την πρόσληψη καθοριστικού αριθμού «εργαζομένων» με χώρα προέλευσης άλλη από αυτήν που «εδρεύει η εταιρία», η πλάστιγγα μάλλον δείχνει να γέρνει -στα μυαλά αρκετών- προς την πλευρά της εκάστοτε Εθνικής, που αποτελεί «ατόφιο ντόπιο παραγωγικό δυναμικό».
Σίγουρα, όμως, κανένας δεν μπορεί να παραβλέψει τις διασυλλογικές επιτυχίες και ροές, γιατί αυτές αντανακλούν το είδος επαγγελματισμού που διακατέχει τους εγχώριους εκπροσώπους του αθλήματος στο υψηλότερο επίπεδο. Επομένως, αφού μπορούμε να διακρίνουμε τις διαφορές, οφείλουμε να αναζητήσουμε και στις δύο κατηγοριοποιήσεις (Εθνική και σύλλογοι) το πραγματικό βεληνεκές του αθλήματος μιας χώρας.
Όσον αφορά στην Ελλάδα και το ποδόσφαιρο της, βρισκόμαστε τις τελευταίες ημέρες μπροστά σε δύο άκρως αντιθετικές καταστάσεις. Από τη μία, ο πρωταθλητής Ολυμπιακός «αλώνει» στο πλαίσιο της κορυφαίας διασυλλογικής ποδοσφαιρικής διοργάνωσης της Γηραιάς Ηπείρου (κι όχι μόνο, από ότι αποδεικνύουν τα στοιχεία της πολύμορφης παγκόσμιας απήχησης του συγκεκριμένου θεσμού) την έδρα της λονδρέζικης Άρσεναλ, ενώ λίγες μέρες μετά η Εθνική Ομάδα «καπαρώνει με το σπαθί της» την τελευταία θέση στον όμιλο της για τα προκριματικά του Euro του 2016.
Τελικά, το ελληνικό ποδόσφαιρο είναι ο Ολυμπιακός που «στέλνει αδιάβαστη» κοτζάμ Άρσεναλ (μετά από τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, τη Μπενφίκα, την Ατλέτικο Μαδρίτης και τη Γιουβέντους) ή η Εθνική που ένα χρόνο μετά την «παρά τρίχα» πρόκριση της στους 8 του Μουντιάλ του 2014 αποτελεί τον καλύτερο «πελάτη» για ομάδες όπως η Β.Ιρλανδία, η Ρουμανία, η Ουγγαρία, η Φινλανδία και τα Νησιά Φερόες; Κι όμως είναι και τα δύο, γιατί σε κάθε περίπτωση συντρέχουν διαφορετικοί λόγοι για τους οποίους επήλθαν τα συγκεκριμένα -και τόσο διαφορετικά αναμεταξύ τους- αποτελέσματα.
Θα σταθούμε στο υπόλοιπο του σημερινού κειμένου στην Εθνική (και το μέλλον που κυοφορεί το επαχθές παρόν της), που ασφαλώς δεν είναι ζήτημα χαρακτηρισμών ή κάθε είδους οδυρμών και αναθεμάτων, ούτε αβασάνιστης ανάδειξης του προφανούς. Η βαθμολογία, εξάλλου, μιλάει από μόνη της.
Το γεγονός πως οι λάτρεις των στατιστικών στοιχείων τραβιούνται σε δεκαετίες που ακόμα πολλές τηλεοράσεις ήταν ασπρόμαυρες για να βρουν ανάλογη τραγική πορεία τα λέει όλα από μόνο του. Ήρθε η ώρα να δοκιμαστούν αντιδράσεις. Όσοι στέκονταν κοντά στην Εθνική για όλα όσα ήταν σε θέση να προσφέρει, λόγω των συνεχόμενων αγωνιστικών της επιτυχιών (από το 2002 μέχρι το 2014 η ομάδα ήταν σε υψηλό και σταθερό για τα διαχρονικά της πεπραγμένα ρυθμό διάρκειας), τώρα θα κριθούν και αυτοί.
Το «πειστήριο αγάπης» δεν είναι η αποκομιδή απόλαυσης στα «καλά», αλλά η στήριξη και η επιμονή στην πρόκληση καταστάσεων που θα επιφέρουν την επαναφορά στους καιρούς που έχουν μαζευτεί πολλά γκρίζα σύννεφα στους ουρανούς, και οι ομπρέλες μοιάζουν να μην αρκούν.
Οι συνεχόμενες αγωνιστικές αποτυχίες στη συγκεκριμένη προκριματική φάση δεν θα γίνουν ποτέ cd, δεν μπαίνουν πια καν στα πρωτοσέλιδα των αθλητικών εφημερίδων ως βασικό θέμα. Ενώ, θα μπορούσε αυτός ο πάτος να αποτελέσει τη βασική αιτία και αφορμή συνάμα για την έναρξη ενός σοβαρού και εκ θεμελίων διαλόγου που θα απευθυνόταν σε όλους, μα όλους, τους εμπλεκόμενους για την από κοινού «κήρυξη της επόμενης μέρας».
Που δεν θα στηριζόταν στην έμπνευση ή στην καλοτυχία, αλλά θα αποτελούσε το αποτέλεσμα πλάνου και σκληρής δουλειάς που θα συντόνιζε τους πάντες. Πολιτεία, Ομοσπονδία, συλλόγους, ΜΜΕ, συνδικαλιστικούς φορείς παικτών και φιλάθλων.
Τελικά, σε όλους τους τομείς της εγχώριας κοινωνικής δραστηριοποίησης οι λέξεις οργάνωση, συντονισμός, συλλογικό όραμα, αποτελούν κατά βάση εξορισμένες συνθήκες, στην καλύτερη δε των περιπτώσεων προσωπικές στρατηγικές κάποιων λίγων που σύντομα θα φάνε τα μούτρα τους συνθλιμμένοι στις «πέτρες της γενικευμένης χαοτικής αυτοματοποίησης».
Ποια είναι άραγε η βασική αιτία της αποτυχίας της Εθνικής; Δεν υπάρχει μια. Μάλλον πρόκειται για συνδυασμό που σχετίζεται και με εσωτερικές παραμέτρους (έλλειψη προπονητή που να εμπνέει και -το κυριότερο- να κρατάει τα γκέμια με τον κατάλληλο τρόπο, ανικανότητα του επί του πρακτέου ανεπαρκούς παραγοντικού «stuff» να αποκτήσει εφαρμόσιμο οργανόγραμμα, παθογένειες που εστιάζονται στη μεταφορά και στο μπάσιμο από την πίσω πόρτα των διασυλλογικών ανταγωνισμών, ανασφαλής ψυχολογία που γεννάει έλλειψη ατομικού κινήτρου και συλλογικής εμπιστοσύνης -εξαιτίας της παγίωσης των κακών αποτελεσμάτων), αλλά και με εξωτερικές.
Οι αντίπαλοι δεν περιμένουν εμάς, κοιτάνε πώς θα εκμεταλλευτούν τις δικές τους δυνατότητες (κι ας μην ξεπερνάνε το μέτριο κάποιες φορές), και ταυτόχρονα πώς θα ποντάρουν στην αξιοποίηση των συμπτωμάτων της δικής μας ασθένειας. Θα είναι τραγικό πια να μην αρκούν κληρώσεις βγαλμένες από τα πιο ευμενή όνειρα μας (που συνεχίζονται, αν ρίξει κάποιος μια ματιά και στην πρόσφατη για την επόμενη μεγάλη διοργάνωση, το ρωσικό Μουντιάλ του 2018).
Θα είναι εγκληματικό αν κατεβαίνει στους αγώνες της η ομάδα (ανεξαρτήτως παικτών και προπονητή) έχοντας από τα πριν χαμένο το παιχνίδι της ψυχολογίας, που για μια ολόκληρη δεκαετία αποτελούσε ένα από τα σημαντικότερα της πλεονεκτήματα (ειδικά με αντιπάλους που βρίσκονταν κάτω από τη δεύτερη κατηγορία δυναμικής). Θα είναι αυτοκτονικό το να χρησιμοποιηθεί η Εθνική και το «σύγχρονο δράμα της» ως μέσο για τον πόλεμο που ήδη έχει ξεκινήει για την αποκαθήλωση της νυν ηγεσίας της ΕΠΟ και την αντικατάσταση της από μια νέα τάξη πραγμάτων που θα είναι διαφορετικής χρωματικής (υπο)στήριξης.
Για να κλείσουμε το σημερινό σημείωμα, θα επανέλθουμε στο αρχικό απόφθεγμα, επιχειρώντας τη διασύνδεση των λόγων του Γουόλτερ Σκοτ με την πραγματικότητα που έχει δημιουργήσει η ίδια η Εθνική με τα καταστροφικά της πεπραγμένα στην προκριματική φάση του Euro του 2016. Η «Κρύα Απογοήτευση» -όταν έχει αντικαταστήσει τη «Ζεστή» των πρώτων σοκ- μπορεί να γίνει ούριος άνεμος αναδιάταξης των όρων. Γιατί θα επιτρέψει την ενδοσκόπηση της αναζήτησης των αιτιών και την προώθηση μιας ουσιαστικής δουλειάς για το κάτι καλύτερο.
Η «Λύπη» δεν αρμόζει στην περίσταση, παρά το γεγονός πως είναι εύλογο να εμφανίζεται. Η τελευταία θέση στο συγκεκριμένο προκριματικό δεν σβήνει από την ιστορία όσα έχει καταφέρει η Εθνική από το 2002 κι ύστερα. Αν, όμως, δεν επέλθει σύντομα μια νέα σελίδα, η ήττα θα γίνει συνήθεια και η Απογοήτευση θα αντικατασταθεί από την Αδιαφορία της χλεύης και η Λύπη από τον γέλωτα της Ειρωνείας. Δεν αξίζει κάτι τέτοιο επουδενί σε κανέναν, και ειδικότερα στην ίδια την ομάδα (για οτιδήποτε εκπροσωπεί και συμβολίζει).
