Πριν από τρία χρόνια το Σουδάν, το Μαρόκο, το Μπαχρέιν και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ανακοίνωσαν την απόφασή τους να συνάψουν διπλωματικές σχέσεις με το Ισραήλ, εξέλιξη για την οποία εργάστηκε με υπομονή και επιμονή η διπλωματία των ΗΠΑ.
Επόμενο βήμα θα ήταν η εξομάλυνση των σχέσεων της Σαουδικής Αραβίας με το Ισραήλ, υπό την προϋπόθεση ότι θα είχαν γίνει μη αντιστρέψιμα βήματα προς την κατεύθυνση δημιουργίας ανεξάρτητου Παλαιστινιακού Κράτους.
Εξυπακούεται ότι η στρατηγική συμμαχία Ισραήλ-Σαουδικής Αραβίας που προωθούσαν και προωθούν οι ΗΠΑ στρεφόταν κατά του Ιράν.
Πριν από έναν χρόνο η Κίνα έκανε την πρώτη παρέμβασή της στη Μέση Ανατολή με τη μεσολάβηση μεταξύ Ιράν και Σαουδικής Αραβίας που οδήγησε στην αποκατάσταση των διπλωματικών σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών.
Είναι βέβαιο ότι μετά τον τερματισμό της σύγκρουσης στη Γάζα η Κίνα θα κάνει αισθητή την παρουσία της στη Μέση Ανατολή από την οποία εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό η ενεργειακή της επάρκεια αλλά και το εμπόριό της με την Ευρώπη.
Με άλλα λόγια, η στρατηγική αντιπαλότητα ΗΠΑ-Κίνας δεν οριοθετείται στο στενό της Ταϊβάν και στη Νότια Σινική Θάλασσα αλλά εκτείνεται δυνητικά σε όλες τις εστίες σύγκρουσης και έντασης του πλανήτη.
Με δεδομένες τις επενδύσεις της Κίνας στην Αφρική σε υποδομές και σε προγράμματα στέγασης, το Πεκίνο είναι υποχρεωμένο να παρεμβαίνει σταθεροποιητικά στην Υποσαχάρια Αφρική.
Στο τελευταίο τεύχος της επιθεώρησης Foreign Affairs ο αρθρογράφος προειδοποιεί ότι το Πεκίνο και η Ουάσινγκτον είναι σε τροχιά μετωπικής σύγκρουσης που θυμίζει τη δυναμική σύγκρουσης Γερμανίας-Βρετανίας που καταγράφηκε στις αρχές του 20ού αιώνα και οδήγησε στην παγκόσμια ανάφλεξη το 1914.
ΗΠΑ και Κίνα ρίχνουν η μια στην άλλη την ευθύνη για τις εντάσεις, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα την Ταϊβάν όπου το Πεκίνο φοβάται ότι η Ουάσινγκτον προωθεί απόσχιση-ανεξαρτησία και η αμερικανική πλευρά κατάληψη του νησιού από κινεζικές δυνάμεις.
Οταν στις αρχές του 20ού αιώνα η Γαλλία και η Ρωσία συμμάχησαν στο Βερολίνο επικράτησε πανικός για την προοπτική ενός διμέτωπου πολέμου.
Ο Κάιζερ και ο καγκελάριος ζήτησαν από τον επικεφαλής του Επιτελείου Φον Σλίφεν ένα σχέδιο που να μην αφήνει περιθώριο για επίθεση κατά της χώρας σε δύο μέτωπα.
Το σχέδιο προέβλεπε ολομέτωπη επίθεση κατά της Γαλλίας και μετά την εξουδετέρωσή της αντεπίθεση κατά της Ρωσίας.
Το «τέλειο» παραπάνω σχέδιο έπασχε σε μια λεπτομέρεια καθώς προέβλεπε πορεία μέσα από το Βέλγιο, την ουδετερότητα του οποίου είχε εγγυηθεί η Βρετανία.
Ετσι το σχέδιο Σλίφεν, αντί να προστατεύσει τη Γερμανία από έναν διμέτωπο πόλεμο, την ενέπλεκε στη δυναμική της τριμέτωπης σύγκρουσης, μια εξέλιξη που αντιμετωπίστηκε από τις Βρετανία, Γαλλία και Ρωσία ως θανάσιμη απειλή για το status quo της Ευρώπης.
