Η επέτειος της συμμαχικής απόβασης στη Νορμανδία του 2014 συνέπεσε με την πρώτη ανταλλαγή απόψεων της Ρωσίας με την Ουκρανία μετά την προσάρτηση της Κριμαίας και την εξέγερση στο Ντονμπάς.
Η φόρμουλα συνομιλιών με τη συμμετοχή των Πούτιν και Ποροσένκο και τους Ολάντ – Μέρκελ στον ρόλο μεσολαβητών δημιούργησε την ελπίδα ότι θα υπάρξει συμβιβαστική λύση που θα σεβόταν και την ανεξαρτησία της Ουκρανίας, αλλά και δεν θα υποθήκευε την ασφάλεια της Ρωσίας.
Επί οκτώ σχεδόν χρόνια, μέχρι την εισβολή στα τέλη Φεβρουαρίου του 2022, υπήρχαν ελπίδες για ταυτόχρονη παροχή εγγυήσεων ασφαλείας στη Μόσχα και στο Κίεβο και παραχώρηση διευρυμένης αυτονομίας στις περιοχές όπου πλειοψηφούν οι ρωσόφωνοι.
Μετά την εισβολή της Ρωσίας, η Μέρκελ προσπάθησε να αποσείσει τις κατηγορίες για ανοχή της επιθετικότητας του Πούτιν με τον ισχυρισμό ότι η Δύση κέρδιζε χρόνο μέχρι να εξοπλιστεί η Ουκρανία.
Προφανώς, πρόκειται για εκ των υστέρων αναπροσαρμογή καθώς τόσο η Γερμανία όσο και η Γαλλία είχαν επίγνωση του κόστους μιας γενικευμένης σύγκρουσης Κιέβου και Μόσχας.
Επί οκτώ χρόνια, η τετραμερής διαπραγμάτευση έγινε μια ρουτίνα με μοναδική ενασχόληση των συμμετεχόντων να διαμηνύουν ότι οι διαπραγματεύσεις συνεχίζονται.
Μοναδική παραφωνία της «παγωμένης σύγκρουσης» ήταν τα θερμά επεισόδια στην Κριμαία και στο Ντονμπάς.
Τι ήταν αυτό που άλλαξε τη στάση της Μόσχας;
Προφανώς, η πεποίθηση του Κρεμλίνου ότι ο Μπάιντεν δεν ήταν διατεθειμένος να αποδεχθεί την επικυριαρχία της Μόσχας στην πρώην ΕΣΣΔ.
Μετά τη συνάντηση Μπάιντεν και Πούτιν στη Γενεύη τον Μάιο του 2021, το Κρεμλίνο ενέταξε τα προβλήματα με την Ουκρανία σε μια συνολική διαπραγμάτευση με τις ΗΠΑ για το καθεστώς ασφαλείας της Ανατολικής Ευρώπης, μια προοπτική που προφανώς οι ΗΠΑ δεν ήθελαν.
Από την ομιλία του Πούτιν στο Μόναχο το 2008 και τη σύγκρουση τον χειμώνα του 2013-14 στην Ουκρανία ήταν σαφές πως μια συνολική σύγκρουση Μόσχας-Κιέβου ήταν ατύχημα σε αναμονή.
Τούτων λεχθέντων, είναι σαφές ότι μόνον οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να απαντήσουν στις ανησυχίες της Ρωσίας για την ασφάλειά της.
Παρά τη σημασία που απέδιδε στις σχέσεις με τη Γερμανία και τη Γαλλία, η Μόσχα δεν έπαψε ποτέ να δίνει προτεραιότητα στη διμερή διαπραγμάτευση με την Ουάσινγκτον.
