Οποιος παρακολουθεί τις εξελίξεις στο ρωσο-ουκρανικό μέτωπο, διαθέτοντας στοιχειώδεις γνώσεις Ιστορίας και διεθνούς πολιτικής, εύκολα αντιλαμβάνεται πως -ενδεχομένως σύντομα- μπορεί η Ρωσία να βρεθεί αντιμέτωπη με την επιλογή χτυπήματος με τακτικά πυρηνικά όπλα στην Ουκρανία. Κι αυτό γιατί το πράσινο φως της Δύσης στο Κίεβο να κάνει χρήση των όπλων -που αυτή του παρέχει- εναντίον ρωσικού εδάφους αποτελεί ξεκάθαρα casus belli για τη Μόσχα.
Στην καλύτερη περίπτωση πρόκειται για το «παίγνιο της κότας» (βασικό παίγνιο στη θεωρία των διεθνών σχέσεων και εξηγούμαι). Αφενός οι δυτικοί επιδίδονται σε μια προσπάθεια εκφοβισμού των Ρώσων, ώστε αυτοί να μην προχωρήσουν σε ολοκληρωτική επίθεση καθώς είναι παγκοίνως γνωστό ότι οι Ουκρανοί πλέον δεν είναι σε θέση να αμυνθούν αποτελεσματικά κι ως εκ τούτου καθίσταται εξαιρετικά δυσχερής για τη «συλλογική Δύση» η πολιτική διαχείριση του ζητήματος στο άμεσο μέλλον.
Αφετέρου οι Ρώσοι ετοιμάζονται να εξαπολύσουν επίθεση ευρείας κλίμακας που κατά πάσα πιθανότητα θα τους δώσει μια νίκη μεγάλων διαστάσεων και δεδομένων των πολιτικών, οικονομικών, στρατιωτικών και άλλων θυσιών σε επίπεδο ηγεσίας αλλά και πολιτών, δεν μπορούν να μείνουν στα έως τώρα κεκτημένα. Στον ορίζοντα αχνοφαίνεται οριστικοποίηση του αποτελέσματος, με καμία από τις δύο πλευρές να μην παίρνει το απόλυτα επιθυμητό, εξ ου η έντονη νευρικότητα και η πλειοδοσία απειλών.
Στη χειρότερη περίπτωση όμως πρόκειται αν μη τι άλλο για μια «μετάλλαξη» του ρωσο-ουκρανικού πολέμου, αν θέλει κανείς να εκφραστεί ήπια ή για έναν πόλεμο ΝΑΤΟ – Ρωσίας αν προτιμά κανείς να φορέσει τους φακούς του ρεαλισμού. Κάτι τέτοιο ασφαλώς θα σήμαινε την έναρξη ενός Γ’ Παγκόσμιου Πολέμου. Αυτός με τη σειρά του θα σήμαινε το τέλος του σύγχρονου πολιτισμού αλλά και του κόσμου όπως τον γνωρίζαμε έως τώρα.
Ενώ όμως αυτά τα εξόχως ανησυχητικά συμβαίνουν στο διεθνές στερέωμα, στον δικό μας μικρόκοσμο είναι απλά Κυριακή πρωί. Μια τέτοια στάση απάθειας βέβαια δεν θα μπορούσε παρά να είναι αναμενόμενη αν αναλογιστεί κανείς πως εδώ και καιρό «διανύουμε επιτυχώς» την πιο απολιτίκ περίοδο της μεταπολιτευτικής μας ιστορίας, με τον ατομοκεντρισμό να βρίσκεται στο απόγειό του.
Οι Ελληνες πολίτες, αλλά και αυτοί των υπόλοιπων κρατών-μελών της Ε.Ε., με άλλα λόγια, έχουν απολέσει δύο εγγενή τους χαρακτηριστικά τα οποία θα μπορούσαν να θέσουν την απειλή του πολέμου ως το βασικό θέμα συζήτησης σε Ελλάδα και Ευρώπη, ιδίως εν όψει ευρωεκλογών. Το πλέον αυτονόητο δηλαδή που δυστυχώς δεν ακούγεται σε καμία δημόσια συζήτηση. Αντ’ αυτού όμως και σαν να πάσχαμε συνολικά ως κοινωνίες από μια ιδιότυπη εκδοχή του «συνδρόμου του μποξέρ», αναμένουμε αμέτοχοι να επέλθει το μοιραίο.
