Τελευταία προβάλλεται από την κυβέρνηση ο ισχυρισμός ότι η Ελλάδα επί των ημερών της έχει πετύχει ένα μοναδικό οικονομικό θαύμα. Πρόκειται για τους ρυθμούς αύξησης του ΑΕΠ κατά τη 2ετία 2021, 2022 και την επίτευξη πρωτογενών πλεονασμάτων, που αποδίδονται σε συγκυριακούς κυρίως λόγους.
Στην καλλιεργούμενη αυτή θριαμβολογία αντιπαρατίθενται άλλοι στατιστικοί δείκτες (όπως κατά κεφαλήν ΑΕΠ, παραγωγικότητα εργασίας, ποσοστό επενδύσεων, έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών, ποσοστό ανεργίας, σχέση μεταξύ ποσοστού μισθών και κερδών κ.ο.κ.), τόσο σε σύγκριση με τους αντίστοιχους ευρωπαϊκούς δείκτες όσο και με τα δεδομένα της περιόδου προ της κρίσης (2010-2018). Από τη σύγκριση αυτή προκύπτει η κατάρρευση του μύθου περί οικονομικού θαύματος και συγχρόνως η κατάταξη της Ελλάδας στην τελευταία ή προτελευταία θέση μεταξύ των χωρών της Ε.Ε. Η κυβέρνηση συνεχίζει, παρ’ όλα αυτά, να προβάλλει τα συγκυριακά «επιτεύγματα» των ετών 2021-2022 με την προφανή πρόθεση να χρησιμοποιήσει επικοινωνιακά το δημιουργούμενο τεχνητό κλίμα οικονομικής ευφορίας ενόψει των προσεχών ευρωεκλογών.
Κατά τις πρόσφατες εκλογικές αναμετρήσεις στην Ελλάδα προέκυψε ένα αποτέλεσμα που επιβεβαιώνει τον αποφασιστικό ρόλο της επικοινωνίας στην έκβαση των εκλογικών αναμετρήσεων. Ετσι, το πολιτικό κόμμα που κατάφερε με τη βοήθεια των ΜΜΕ να ανακτήσει την εξουσία αμέσως μετά το πέρας της κρίσης (2010-2018) είναι το ίδιο κόμμα που έφερε την κύρια ευθύνη για την εκδήλωση αυτής της κρίσης. Είναι, ως εκ τούτου, προφανές ότι η πολιτική αντιπαράθεση με βάση μόνο τις τρέχουσες πολιτικοοικονομικές εξελίξεις είναι μεν αναγκαία και αναπόφευκτη, φαίνεται όμως πως ευνοεί εκλογικά περισσότερο εκείνα τα κόμματα που έχουν την ιδιαίτερη υποστήριξη των ΜΜΕ. Είναι, κατά συνέπεια, σκόπιμο, πέραν της κριτικής των πεπραγμένων της τρέχουσας κυβερνητικής πολιτικής, να επεκταθεί η αντιπαράθεση και στο ζωτικό πρόβλημα της δομικής συγκρότησης του εθνικού παραγωγικού συστήματος, που επηρεάζει ομού με το εφαρμοζόμενο αναπτυξιακό πρότυπο τα εκάστοτε πεπραγμένα της κυβερνητικής πολιτικής.
Στο παρόν σημείωμα παρουσιάζονται συνοπτικά οι σημαντικότερες δομικές αδυναμίες του εθνικού παραγωγικού μας συστήματος και μόνο επιγραμματικά του εφαρμοζόμενου νεοφιλελεύθερου αναπτυξιακού προτύπου. Τα κύρια δομικά χαρακτηριστικά του εθνικού παραγωγικού συστήματος είναι α) η έλλειψη βιομηχανικών επιχειρήσεων παραγωγής κεφαλαιουχικού εξοπλισμού (μηχανών, μηχανικών εργαλείων και μεταφορικών μέσων) που αποτελούν τον βασικό παράγοντα κάθε σύγχρονης παραγωγικής διαδικασίας και φορέα της νέας τεχνικής προόδου. Η έλλειψη αυτή, που ανάγεται στην ιδιόμορφη αναπτυξιακή στρατηγική των αρχών της 10ετίας του 1950 (ουσιαστικός αποκλεισμός της βαριάς βιομηχανίας), έχει διαμορφώσει τη σημερινή κλαδικά αποδιαρθρωμένη και τεχνικά πλήρως εξαρτημένη μεταποιητική μας βιομηχανία, και β) η λόγω δυσμενών γεωφυσικών συνθηκών περιορισμένη σε έκταση γεωργική γη και η κατανομή της σε μικρούς, κατά μέσο όρο, κλήρους με πλημμελή επαγγελματική εκπαίδευση των αγροτών.
Απτά αποτελέσματα των δομικών αυτών αδυναμιών του παραγωγικού μας συστήματος είναι α) οι αυξανόμενες εισαγωγές βιομηχανικών και αγροτικών προϊόντων με διόγκωση των εμπορικών ελλειμμάτων β) η αδυναμία εξασφάλισης πλήρους και ικανοποιητικά αμειβόμενης εργασίας στους πολίτες επιτείνοντας παράλληλα την ανισοκατανομή του εισοδήματος και γ) η εγκατάλειψη της υπαίθρου από τους νέους αγρότες και της χώρας από τους νέους επιστήμονες.
Η κυβέρνηση, εφαρμόζοντας τη νεοφιλελεύθερη θεωρία, έχει εναποθέσει το πρόβλημα της οικονομικής ανάπτυξης αποκλειστικά σχεδόν στην προώθηση του μηχανισμού της αγοράς σε κάθε πτυχή της εθνικής παραγωγής, ακόμη και σε τομείς που ανήκαν στην αποκλειστική αρμοδιότητα του ελληνικού Δημοσίου. Τα συνεχιζόμενα πάγια εμπορικά και συνήθη δημοσιονομικά ελλείμματα εξακολουθούν να καλύπτονται από τις χρηματικές μεταβιβάσεις των ευρωπαϊκών ταμείων και τον δημόσιο δανεισμό. Οι μέχρι τώρα νεοφιλελεύθερες πολιτικοοικονομικές επιλογές της κυβέρνησης δεν έστερξαν, παρά τα ήδη διαθέσιμα από την προηγούμενη κυβέρνηση και τα επί πλέον εισρέοντα από το εξωτερικό σημαντικά χρηματικά ποσά, να αποσοβήσουν τη διολίσθηση της Ελλάδας στην κατηγορία των φτωχότερων ευρωπαϊκών χωρών. Είναι προφανές ότι ο τρόπος αυτός οικονομικής ανάπτυξης που βασίζεται στις χρηματικές μεταβιβάσεις των ευρωπαϊκών ταμείων και στον δημόσιο δανεισμό δεν μπορεί να συνεχιστεί επί μακρόν.
Η Ελλάδα έχει τη δυνατότητα, στο πλαίσιο της Ε.Ε., να δημιουργήσει, με πρωτοβουλία του Δημοσίου, ολοκληρωμένα (καθετοποιημένα) συμπλέγματα παραγωγής στους τομείς που διαθέτει πρώτες ύλες ή κατέχει τις τεχνικές προϋποθέσεις για την παραγωγή σύγχρονου αμυντικού εξοπλισμού. Με τον τρόπο αυτό αναβαθμίζεται τεχνικά και οργανωτικά ο βιομηχανικός τομέας και διανοίγεται η δυνατότητα μιας οικονομικά αυτοδύναμης (αυτοτροφοδοτούμενης) ανάπτυξης της χώρας. Η επίτευξη αυτού του σκοπού μπορεί να βελτιώσει το βιοτικό επίπεδο και να διευκολύνει την επίλυση πολλών χρόνιων προβλημάτων, όπως της διεθνούς ανταγωνιστικότητας, του εμπορικού ισοζυγίου, της παραγωγικής απασχόλησης των νέων, της βελτίωσης της αμυντικής ικανότητας της χώρας και γενικά της ανόδου του διεθνούς της κύρους.
Η συνέχιση τουναντίον της σημερινής νεοφιλελεύθερης πολιτικής προβλέπεται ότι θα οδηγήσει τη χώρα σε οικονομικό (χρηματοδοτικό) αδιέξοδο με ό,τι αυτό συνεπάγεται για το βιοτικό επίπεδο των Ελλήνων πολιτών και ιδιαίτερα των μισθωτών και των συνταξιούχων.
*Ομότιμος καθηγητής Παν/μίου Πατρών
