Η πλημμυρίδα Σύρων προσφύγων προς την ευρωπαϊκή «γη της Επαγγελίας» φτάνει σε μία χρονική περίοδο κατά την οποία η γηραιά ήπειρος υποφέρει από μακρά και πολύμορφη κρίση, που δεν είναι μόνον οικονομική -πώς θα μπορούσε άλλωστε;- αλλά και βαθύτατα πολιτική και ηθική.
Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, ο ανθρώπινος παράγοντας δεν υπάρχει· υπάρχουν μόνον αριθμοί, τους οποίους εύκολα μπορεί να τους διαγράψει κανείς. Ετσι, στην τελευταία σύνοδο κορυφής αποφασίστηκε η κατανομή των Σύρων προσφύγων, με ποικίλες ποσοστώσεις, σε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες, αφού κάποιες -όπως η Ουγγαρία- δεν δέχονται κανέναν πρόσφυγα.
Επισήμως, ο αριθμός αυτός ανέρχεται στις 120.000, αντιπροσωπεύει δηλαδή μόλις το ένα τέταρτο του καταμετρημένου συνόλου, αλλά όμως ο πραγματικός αριθμός αυτών που θα έχουν την ευκαιρία εγκατάστασης σε μία ευρωπαϊκή χώρα φτάνει μόλις τις 66.000 ανθρώπους. Οι υπόλοιποι, θα μετεγκατασταθούν σε «βάθος διετίας», όπως ανακοινώθηκε.
Το πώς θα ζήσουν και το τι θα συμβεί στο μεταξύ σ’ αυτούς τους ανθρώπους δεν φάνηκε να απασχολεί ιδιαίτερα τη σύνοδο κορυφής, όπου μάλλον κυριάρχησε η στάση: ο καθένας για τον εαυτό του και ο Θεός για όλους.
Πρόκειται για μία στάση που αντανακλά φοβικά σύνδρομα, φασιστικές λογικές, βαθύτατο ρατσισμό και, εν τέλει, έναν πολιτικό μικρομεγαλισμό που χαρακτήρισε την προσέγγιση πολλών κρατών-μελών της Ε.Ε. και τα οποία προέρχονται από το πάλαι ποτέ μπλοκ του υπαρκτού σοσιαλισμού.
Οσο για τις λεγόμενες μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες, οι οποίες διαθέτουν ιστορικά διπλωματική πείρα, προσπάθησαν να μετριάσουν τις εντυπώσεις, χωρίς βεβαίως να αλλοιώσουν την ουσία της στάσης τους. Χαρακτηριστική ως προς αυτό είναι η δήλωση της Αυστριακής υπουργού Εσωτερικών, η οποία τόνισε ότι «για να έχουμε ένα αποτελεσματικό σύστημα παροχής ασύλου, χρειαζόμαστε μία αποτελεσματική πολιτική επαναπατρισμού, μια και οι πρόσφυγες δεν αναζητούν πλέον την ασφάλεια αλλά θέλουν να επιλέξουν τη χώρα με την πιο ελκυστική οικονομία»!
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκαν και οι δηλώσεις Μέρκελ – Ολάντ σχετικά με τη μετεγκατάσταση των προσφύγων από την Ιταλία και την Ελλάδα, οι οποίοι τόνισαν ότι στα κέντρα καταγραφής θα πρέπει να γίνεται ο διαχωρισμός μεταξύ προσφύγων και οικονομικών μεταναστών, καθώς και ότι αυτοί οι τελευταίοι θα πρέπει να απελαύνονται μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα.
Ωστόσο, δεν υπάρχει μόνον η κλασική έννοια της ασφάλειας, στο πλαίσιο της οποίας ως πρόσφυγας νοείται ο υπήκοος μιας χώρας που βρίσκεται σε πόλεμο. Υπάρχει και η έννοια της ανθρώπινης ασφάλειας, σύμφωνα με την οποία απειλείται πραγματικά η ζωή κάποιου και από άλλες αιτίες, όπως η κλιματική αλλαγή, η επισιτιστική ανασφάλεια κ.λπ.
Επίσης, στη σύνοδο κορυφής αποφασίστηκε η εντατικοποίηση του διαλόγου της Ε.Ε. με την Τουρκία, ώστε η Αγκυρα, με ευρωπαϊκή χρηματική βοήθεια, να εντατικοποιήσει τους ελέγχους, με στόχο να ανακοπεί, τουλάχιστον, η ανθρώπινη πλημμυρίδα. Βέβαια, σε τουρκικό έδαφος έχουν καταφύγει περίπου δύο εκατομμύρια Σύροι πρόσφυγες, αριθμός συντριπτικός και δύσκολα διαχειρίσιμος.
Παρ’ όλα αυτά δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι η Τουρκία, εδώ και χρόνια, «παραβλέπει» συστηματικά την παράνομη διακίνηση ανθρώπων από τις ακτές της προς την Ελλάδα, θεωρώντας προφανώς ότι το να προσθέσει ακόμη ένα πρόβλημα στη «γείτονα και σύμμαχο χώρα» είναι θετικό για τα συμφέροντά της, ενώ παράλληλα ζητά τον έλεγχο του μισού Αιγαίου για επιχειρήσεις έρευνας και διάσωσης ναυαγών.
Τέλος, με αφορμή τους πρόσφυγες, αρχίζει να δημιουργείται ένα ιδιαίτερα σοβαρό πρόβλημα για την Ελλάδα, που αφορά τη φύλαξη των συνόρων της. Τόσο οι πρωθυπουργοί της Ουγγαρίας και της Κροατίας όσο και η Γερμανίδα καγκελάριος, αν και με διαφορετικό ύφος, έχουν δηλώσει ότι τα ελληνικά σύνορα αποτελούν εξωτερικά σύνορα της Ευρωπαϊκής Ενωσης, η Ελλάδα δεν μπορεί να τα διαφυλάξει, επομένως ο έλεγχός τους θα πρέπει να ανατεθεί στην Ευρωπαϊκή Ενωση.
Αν και δεν πρόκειται για αποφάσεις αλλά για απλές δηλώσεις Ευρωπαίων ηγετών, επομένως χωρίς δεσμευτικό χαρακτήρα, εντούτοις δημιουργούν δυσμενές κλίμα για τη χώρα μας, διότι ένα αντικειμενικό γεγονός, δηλαδή οι εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες που φτάνουν στην ευρωπαϊκή ήπειρο, διαστρεβλώνεται εσκεμμένα και παρουσιάζεται ως ανικανότητα της ελληνικής πλευράς.
Προφανώς, τέτοιου είδους δηλώσεις υποτιμούν την Ελλάδα και παράλληλα την εμπαίζουν, δεδομένων των δύο μέτρων και δύο σταθμών που χρησιμοποιούνται: εάν τα ελληνικά σύνορα είναι εξωτερικά σύνορα της Ε.Ε., τότε πού είναι η ευρωπαϊκή συνδρομή, έστω και διπλωματική, όταν τα σύνορα αυτά παραβιάζονται από την Τουρκία;
Αλλά αυτό δεν είναι το μοναδικό πρόβλημα, μια και τέτοιου είδους δηλώσεις μπορούν να δημιουργήσουν στο μέλλον σοβαρούς κινδύνους για την ελληνική κυριαρχία και για την ασφάλεια της χώρας.
* επίκουρη καθηγήτρια Διεθνών Σχέσεων στη Μέση Ανατολή, Τμήμα Μεσογειακών Σπουδών, Πανεπιστήμιο Αιγαίου
