«Σύμφωνοι, περιττός ο άνθρωπος/ όμως για κάποιο λόγο αιώνια δες/ τι απαραίτητος του είναι του θανάτου». Εγραψε η Κική Δημουλά, προκαλώντας με τον θάνατο της ένα κύμα λύπης. Κι όμως, παρά την κοινωνικοποίηση της οδύνης μέσω των κοινωνικών δικτύων, παρά τη θετική, ακόμη κι αν είναι επιφανειακή, επαφή με την ποίηση που δημιουργεί, το διακύβευμα παραμένει: η πρόσκαιρη αναβάθμιση της ποίησης, δηλωτικού της ζωής, σε κοινωνικό αγαθό γίνεται μόνο επ’ αφορμή θανάτου.
Προσωπικού ή κοινωνικού ή λόγω πολέμου. Κι όμως πόσο η «ήττα» αυτή δεν θα έπρεπε να ισχύει!… Ισως δεν υπάρχει εν ζωή Ελληνας που να τον αγαπώ όσο τον Χρ. Αλεξίου… Πολιτιστική κιβωτός του ελληνικού 20ού αιώνα, εξαιρετικός μελετητής και δάσκαλος, καθηγητής νεοελληνικών σπουδών στο Μπίρμιγχαμ, γαμπρός του Τόμσον, του σημαντικότερου ελληνιστή – μαρξιστή του 20ού αιώνα, μαζί ίδρυσαν τις έδρες νεοελληνικών σπουδών από το Πεκίνο ίσαμε τη Νέα Υόρκη (κατά τα λοιπά «ανθελληνικά κομμούνια», όπως θα έλεγαν βέβαιοι κάποιοι -παντού παρεπιδημούντες είναι αλήθεια μα προνομιακά «εκεί»- ούγκανοι της Ακροδεξιάς) προσωπικός φίλος του Ρίτσου και τόσων άλλων…
Κι ανάμεσά τους του Γ. Δάλλα (Φιλιππιάδα, 23.12.1924). Του ποιητή που θεώρησε πως, κάθε φορά που προσπαθούμε να συγκροτήσουμε μυθολογία, η ιστορία είναι παρούσα… ενώνοντας τη γέφυρα που ενώνει «τον ποιητή με την “πόλη”». Σπασμένη κιβωτός, που όμως αντέχει τις αιμορραγίες της. Κάθε φορά που συναντώ τον Χ. Αλεξίου, πηγαίνω πια με την είδηση τόσων θανάτων στα χέρια. Και δεν εννοώ μόνο θανάτων ανθρώπων.
Μία από τις τελευταίες φορές μού έβγαλε τα 2 σημαντικά τεύχη του Θεμέλιου του 1947. Τα «σα εκ των σων» της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Τα χάιδεψα όπως χαϊδεύουμε τα κεφαλάκια γερασμένων προγόνων, μα κι ανήμπορων μωρών. Η συζήτηση για τους χαμένους ποιητές. Για τη μικροπρέπεια κάποιων, όλων των αποχρώσεων, απέναντι στην ποίηση και στους ποιητές, στους μετεμφυλιακούς χρόνους. Και ποιητών συμπεριλαμβανομένων. Τοξικό κλίμα μιας χώρας που πέρασε εμφύλιο. Τοξικό κλίμα που μας κονταίνει όλους.
Η συζήτηση με αφορμή τον Δάλλα για τα Χριστούγεννα τελικά. Για το καταναλωτικό προσδοκώμενο, για το αληθινό -μονίμως- αναζητούμενο… «Ξέρεις», λέει, «γιατί δεν πέρασε η ήττα ποτέ στους στίχους του; Γιατί έζησε με τις λιγότερες δυνατές, προσωπικές αντιφάσεις απέναντι στις πολιτικοκοινωνικές, τις ηθικές δηλαδή, αντιφάσεις των καιρών. Εζησε τιμώντας τις αξίες που περιέγραφαν οι στίχοι του, έζησε τιμώντας τις λέξεις του. Ο εαυτός μας παραμένει πάντοτε το τελευταίο κάστρο. Ακόμη κι αν όλος ο κόσμος ηττηθεί, από αυτόν ή αυτήν εξαρτάται να μην έχει ηττηθεί όλος».
