Κωστής Καζαμιάκης 1*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ιλιάς, ραψωδία Π`, 1-149.

Σφοδρή συμπλοκή  γινόταν γύρω από το καλοτάξιδο σκαρί με πρωταγωνιστές τους αντιπάλους Αίαντα και  Έκτορα.
Ο Πάτροκλος την ίδια στιγμή στάθηκε μπροστά στον Αχιλλέα. Καταρράκτης καυτά δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια του. Ο Αχιλλέας πόνεσε που είδε τον αγαπημένο του φίλο να υποφέρει και είπε: «Πάτροκλε φίλε γιατί κλαις σαν το μικρό κορίτσι που τριγυρνά τη μάνα του τραβώντας της τα ρούχα κι όλο γυρεύει αγκαλιά και τρυφερά κανάκια. Σκέφτεσαι κάτι να μου πεις; Να πεις στους Μυρμιδόνες;  Μήπως μας ήρθε μήνυμα απ` την καλή πατρίδα, την Φθία μας την όμορφη την πολυδοξασμένη;  Ζει λένε ο πατέρας σου  Μενοίτιος ο μέγας, ζει λένε κι ο πατέρας μου στην Φθία την σπουδαία. Μεγάλη λύπη θα `χαμε αν ήταν πεθαμένοι, μα είναι ακμαιότατοι μέσα στους Μυρμιδόνες. Μήπως καλέ μου Πάτροκλε αδελφικέ μου φίλε, κλαις για τους Αχαιούς που χάνουνε στις μάχες;

Μίλα και πες μου καθαρά τι ακριβώς συμβαίνει να το γνωρίζουμε κι οι δυό μήπως και βρούμε λύση».

Μίλησε  τότε ο Πάτροκλος με βάρος στην καρδιά του: «Γιε του Πηλέα ανίκητε και πρώτε των Ελλήνων, οι Αχαιοί στριμώχτηκαν και χάνουνε τις μάχες και είναι ζήτημα ωρών να χάσουν και τα πλοία μαζί και τα κεφάλια τους από τους αντιπάλους.

Φίλε και αρχηγέ στο ελληνικό στρατόπεδο υπάρχουν πολλοί τραυματίες: Ο Διομήδης, ο Οδυσσέας, ο Αγαμέμνων, ο Ευρύπυλος. Οι γιατροί αγωνίζονται να τους βοηθήσουν. Με θεραπευτικά βότανα προσπαθούν να τους γιατρέψουν.
Χρειάζονται βοήθεια οι σύμμαχοι Αχιλλέα. Ξέχνα την κακία  που νιώθεις για τον Αγαμέμνονα.

Που βρήκες τόση ασπλαχνιά, τόση αδιαφορία;. Είσαι της Θέτιδας ο γιος και του σοφού Πηλέα ή μήπως είσαι γέννημα του βράχου και του πόντου;

Αν η μητέρα σου, η θεά Θέτις, σου έφερε την άποψη του Δία και θες να τη σεβαστείς, τότε στείλε εμένα και το στράτευμα των Μυρμιδόνων να συνδράμουμε τους Αχαιούς μήπως και σωθούν από τον όλεθρο. Δώσε μου και την πανοπλία σου να φορέσω μήπως και ξεγελαστούν οι Τρώες και το βάλουν στα πόδια νομίζοντας ότι επέστρεψες στον ανδροφάγο πόλεμο.

Οι σύμμαχοι μας  Αχαιοί θα πάρουνε ανάσα κι είναι καλό στον πόλεμο λίγο να χαλαρώνεις. Νομίζω φίλε κι αρχηγέ πως θα τα καταφέρω τους Τρώες να νικήσουμε, στα τείχη να κλειστούνε».

Όμηρος: Αχ Πάτροκλε να κάτεχες πως φτάνει ο χαμός σου με όλα όσα τώρα λες γενναίε πολεμάρχε.

Ο Αχιλλεύς απάντησε και είπε του Πατρόκλου: «Ευγενικέ μου Πάτροκλε τι λόγια είναι τούτα;

Π`, 50. Η μάνα μου η Θέτιδα τίποτα δε μου είπε απ` όσα αυτή συζήτησε με τον αφέντη Δία. Όύτε με νοιάζουν τα γραφτά μονάχα η καρδιά μου που την βαραίνει καημός, λύπη και αδικία. Πώς να ξςχάσω φίλε μου την όμορφη κοπέλα που έφερα στους αρχηγούς σαν λάφυρο μεγάλο κι εκείνοι αποφάσισαν σε μένα να τη δώσουν. Όμως ο Αγαμέμνονας, που` χε διαλέξει πρώτος, σαν έχασε την κοπελιά με θέλημα του Φοίβου, απαίτησε, σαν αρχηγός, να πάρει τη δική μου, την Βρισηίδα την καλή και όμορφη κοπέλα. Η αδικία με πνιξε σαν έχασα την κόρη. Ποτέ μου δεν ξεπέρασα την μαύρη μου την πίκρα για το χαμό της κοπελιάς που τόσο αγαπούσα και για τη συμπεριφορά του αρχηγού Ατρείδη που φέρθηκε σαν να `μουνα ένας  πλανήτης ξένος χωρίς τιμή και λευτεριά. Ας τα αφήσουμε αυτά, πάνε, περάσαν, φύγαν και απ     την καρδιά μου ο θυμός θα φύγει αγάλι, αγάλι. Ναι έχεις δίκιο Πάτροκλε, οι Τρώες πλησιάζουν και θα μας έρθουνε κι εδώ αν δεν τους εμποδίσεις. Φόρα λοιπόν τις φορεσιές και πάρε τ` άρματα μου κι οδήγα τους γενναίους μας στης μάχης την αντάρα. Γίνε εσύ ο αρχηγός όλων των Μυρμιδόνων αφού το μαύρο σύννεφο των Τρώων πλησιάζει.
Εάν ο Αγαμέμνονας δε με `χε αδικήσει τώρα ο πόλεμος αυτός θα είχε τελειώσει και τα πεδία των μαχών θα γέμιζαν με Τρώες που θάτανε όλοι νεκροί. Τώρα, για κοίτα Πάτροκλε, φτάσανε στα καράβια και προσπαθούνε συνεχώς φωτιά σ` αυτά να βάλουν. Ο Διομήδης έπαψε να ρίχνει το κοντάρι και να σκοτώνει συνεχώς τους άδικους εχθρούς μας. Και δεν ακούγεται η φωνή του αρχηγού Ατρείδη παρά μονάχα ο Έκτορας ακούγεται στη μάχη να ενθαρύνει τους εχθρούς να κάψουνε τα πλοία κι έπειτα να σκοτώσουνε τους σύμμαχους μας όλους. Λύση άλλη δεν έχουμε όρμα στη μάχη φίλε και κάνε να μην φτάσουνε οι Τρώες στα καράβια και δεν μπορέσουμε ποτέ να πάμε στην πατρίδα. Θέλω μια χάρη σύντροφε αφού θα τους νικήσεις την κοπελιά που κλεψανε να μου τη δώσουν πίσω. Θέλω πολλά και ακριβά να μου προσφέρουν δώρα κι όλοι να καταλάβουνε τον ρόλο το δικό μου μέσα σ` αυτόν τον πόλεμο που τρέφεται με άντρες.

Όταν διώξεις τους εχθρούς από τα καλοτάξιδα πλοία μας θα μπώ κι εγώ στον πόλεμο. Δεν θέλω να μειωθεί η δόξα μου μένοντας αδρανής. Να μην παρασυρθείς απ` τη μέθη του πολέμου και θελήσεις να γκρεμίσεις τα τείχη των Τρώων. Εύχομαι στον Δία, την Αθηνά και τον Απόλλωνα αυτό το μέγα κατόρθωμα να το επιτελέσουμε εμείς οι δύο με τον ανίκητο στρατό μας. Να μην αφήσουμε κανένα εχθρό ζωντανό αλλά και κανείς Αχαιός να γλυτώσει εκτός από μας τους δυο.  Όλη η δόξα για μας τους δύο.

Π`, 100. Εμείς να το γκρεμίσουμε της Τροίας το μπεντένι, μπορούμε να το κάνουμε, το θέλει και ο Δίας. Αυτά τα λόγια έλεγε όταν την ίδια ώρα ο Αίας ο ατρόμητος μαχότανε στα πλοία για να κρατήσει μακριά τις αναμμένες δάδες. Όμως κουράστηκε πολύ ρίχνοντας κοντάρια και κρατώντας με το αριστερό χέρι την τεράστια ασπίδα για να αποκρούει τις βολές των αντιπάλων. Ο ιδρώτας έτρεχε ποταμός από το σώμα του και είχε κοπεί η αναπνοή του  από την τιτάνια προσπάθεια να αποκρούσει τους επιτιθέμενους Τρώες.
Ω Μούσες μου Ολύμπιες πείτε μας για τη φλόγα την πρώτη που βαλε φωτιά σ` ελληνικό καράβι.

Ο Έκτορας πλησίαζε με τη μεγάλη σπάθα και κτύπησε του Αίαντα το φράξινο κοντάρι κι αυτός έμεινε άοπλος με θέλημα του Δία. Ο Αίας το κατάλαβε πως ο Κρονίδης Δίας τον Έκτορα βοήθαγε να φτάσει ως τα πλοία και στην αχόρταγη φωτιά αυτά να παραδώσει. Μόλις ο Αίας έπαψε να ρίχνει τα κοντάρια οι Τρώες πέταξαν φωτιά και κάψανε το πλοίο με φλόγες που φταναν ψηλά στου ουρανού τα νέφη.

Ο Αχιλλέας νευρικά κτυπώντας τους μηρούς του λέει πνιχτά στον Πάτροκλο τα παρακάτω λόγια: «Πάτροκλε φίλε μου καλέ κι ανίκητε στις μάχες, βλέπω την τρομερή φωτιά κι ακούω τη βοή της. Όρμα σώσε το στόλο μας λαμπάδα να μην γίνει. Πάρε τα ρούχα κι οπλισμό που φόραγα στις μάχες και εγώ θα δώσω εντολές για τα στρατεύματα μας».

Ο Πάτροκλος αμέσως  ζώνεται τ` άρματα τ` Αχιλλέα και πρώτα εις τις κνήμες του έδεσε τις κνημίδες που με ασήμι ήτανε ομορφοστολισμένες.

Μετά φόρεσε τον θώρακα του Αχιλλέα που βέλος και δόρυ δεν περνούσε. Πέρασε τα λουριά του χάλκινου σπαθιού στους ώμους. Πήρε την ασήκωτη, θεόρατη ασπίδα και στο τέλος φόρεσε στην περικεφαλαία με την αλογίσια φούντα.

Πήρε στο χέρι δυο αλύγιστα μεγάλα δόρατα. Δεν πήρε  το βαρύ κι ασήκωτο κοντάρι του Αχιλλέα γιατί κανείς δεν δύναται αυτό να κουμαντάρει. Το υπερόπλο του αυτό του το δωσε ο Χείρων ο Κένταυρος που δίδαξε τα πάντα τ` Αχιλλέα στο δασωμένο Πήλιο με τις ψηλές κορφές του.

Ο Πάτροκλος είπε στον έμπιστο και γενναίο  Αυτομέδοντα να ετοιμάσει τα άλογα και το άρμα του Αχιλλέα. Ο Αυτομέδων έζεψε τα όμορφα και γρήγορα σαν τον άνεμο, άλογα του Αχιλλέα: Τον Ξάνθο και τον Βαλίο.

1*. Αρχιτέκτων. Ιστορικός Αρχιτεκτονικής. Ιστορικός Τέχνης.