Η επίθεση των δυνάμεων του Αζερμπαϊτζάν στο Ναγκόρνο Καραμπάχ θέτει εκ των πραγμάτων το θέμα για το μέλλον του ρόλου της Ρωσίας στον Νότιο Καύκασο.
Η ακρωτηριασμένη εδαφικά Γεωργία με τις επαρχίες της Αμπχαζίας και της Νότιας Οσετίας να κατέχονται από φιλορωσικές δυνάμεις είναι η μόνη χώρα της Υπερκαυκασίας στην οποία η Μόσχα διατηρεί την πρωτοβουλία των κινήσεων τόσο σε επιχειρησιακό όσο και σε διπλωματικό επίπεδο.
Αντίθετα, ο ρόλος της στη διαμάχη Αρμενίας-Αζερμπαϊτζάν αμφισβητείται καθώς με τη στρατιωτική βοήθεια της Τουρκίας και του Ισραήλ το Μπακού ανακτά εδώ και δύο χρόνια τα εδάφη που είχε καταλάβει η Αρμενία το 1992.
Επί τριάντα χρόνια η Ρωσία δεν θέλησε ή δεν μπόρεσε να επιβάλει στις δύο αντίπαλες πλευρές επίλυση της διένεξης που παρέμενε παγωμένη σύγκρουση.
Ενδεχόμενη απουσία της Ρωσίας από τον Νότιο Καύκασο θα τροφοδοτήσει εκ νέου την εθνικιστική ένταση στον Βόρειο Καύκασο που ανήκει στη Ρωσία και είναι ένα μωσαϊκό εθνοτήτων, κυρίως μουσουλμανικών.
Στον Βόρειο Καύκασο βρίσκονται η Τσετσενία, η Ινγκουσετία και το Νταγκεστάν, οι πληθυσμοί των οποίων εκτοπίστηκαν μαζικά στην Κεντρική Ασία το 1945 με την κατηγορία της συνεργασίας με τις γερμανικές αρχές κατοχής.
Ενα είναι βέβαιο, ότι τριάντα δύο χρόνια μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ το 1991, δεν υπάρχει περιοχή, από τη Βαλτική, την Ουκρανία, τον Καύκασο μέχρι την Κεντρική Ασία, όπου να μην υπάρχουν κάθε είδους και μορφής παγωμένες συγκρούσεις που μπορούν ανά πάσα στιγμή να ενεργοποιηθούν και να γίνουν το προσάναμμα ευρύτερων περιφερειακών συγκρούσεων.
Η πολεμική σύγκρουση για το Ναγκόρνο Καραμπάχ ξέσπασε το 1988 την εποχή των μεταρρυθμίσεων του Γκορμπατσόφ και σάρωσε αμέσως τις ισορροπίες μεταξύ Αρμενίας και Αζερμπαϊτζάν που είχε επινοήσει ο κομισάριος Εθνοτήτων της Σοβιετικής Ρωσίας, Στάλιν.
Η υποστήριξη της Τουρκίας στους ομοεθνείς τουρκόφωνους και μουσουλμάνους Αζέρους ήταν δεδομένη από την αρχή της σύγκρουσης.
Δυνητικά η εμπλοκή της Τουρκίας στον Καύκασο είναι δυνατόν να δημιουργήσει απειλές για τη στενή σχέση Μόσχας – Αγκυρας.
Σε κάθε περίπτωση, όποιες και αν είναι οι εξελίξεις στο πεδίο της μάχης, το Κρεμλίνο δεν θα παρακολουθήσει τη σύγκρουση ως παρατηρητής.
