Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ξ 260 Θεός Ύπνος: Ο Δίας τότε με παράτησε ατιμώρητο γιατί δεν ήθελε την θεά Νύχτα να πικράνει. Και τώρα ω ύψιστη θεά Ήρα μου ζητάς να κάνω τα ίδια;

«Ύπνε μη φοβάσαι, εμπιστεύσου με. Ο Ζευς δεν πρόκειται να θυμώσει όπως την προηγούμενη φορά. Τότε επρόκειτο για τον αγαπημένο γιο του, τον ανίκητο Ηρακλή. Τώρα πρόκειται για τους Τρώες. Υπάρχει διαφορά. Βοήθα με Ύπνε και θα φροντίσω να έχεις ταίρι σου την ωραιότερη των Χαρίτων την Πασιθέα που γνωρίζω πόσο λαχταράς να έχεις».

Ο Ύπνος χάρηκε πολύ μ` όσα του είπε η Ήρα κι αμέσως της απάντησε χωρίς να χάσει χρόνο.

« Ηρα δεσμεύσου με βαρύ, απαραβίαστο όρκο, εμπρός ορκίσου τώρα δα, στα ύδατα της Στύγας και βάλε για μαρτύρους σου τη Γη και τα πελάγη. Βάλε το ένα χέρι σου πάνω στη μάνα Γαία και τ` άλλο σου να ακουμπά της θάλασσας το κύμα κι αυτά θα είναι μάρτυρες στον όρκο που θα δώσεις. Μάρτυρες όλοι οι θεοί της χθόνας Γης θα είναι πως μου ταξες για ταίρι μου την ώρια Πασιθέα που σαν τρελός την αγαπώ κι ο πόθος με λιγώνει».

Η Ήρα η λευκόχερη ορκίστηκε αμέσως στις χθόνιες θεότητες στα βάθη του Ταρτάρου που ζουν οι Τιτανοθεοί παρέα με τον Κρόνο. Κι αφού τον όρκο έδωσε πέταξαν στα ουράνια και πίσω τους αφήσανε τη Λήμνο και την Ίμβρο. Φτάσανε γρήγορα μαζί εις το βουνό της Ίδας με τα πολλές της τις πηγές της και τ` αγρια θεριά της. Σαν φτάσανε εις το Λεκτό πια τη στεριά πατήσαν. Ο Ύπνος στάθηκε εκεί να μην τον δει ο Δίας κι ανέβηκε και κρύφτηκε σε έλατο μεγάλο, πανύψηλο, πανέμορφο πυκνό σκοτεινιασμένο. Ο Ύπνος κούρνιασε εκεί σαν νάτανε πουλάκι που με καλό κελαηδισμό γεμίζει τον αέρα. Το λένε κύμινδη οι θνητοί και οι θεοί χαλκίδα.

Η Ήρα πάτησε γοργά μιαν κορυφή της Ίδας που Γάργαρη την έλεγαν ψηλότερη απ` όλες. Αμέσως την εντόπισε ο Δίας ο Κρονίδης. Τα κάλη της τον πλάνεψαν, τον συνεπήρε ο πόθος σαν τον καιρό που πλάγιασαν πρώτη φορά οι δυο τους και χάρηκαν τον έρωτα κρυφά απ` τους γονείς τους. Ο Δίας την ερώτησε γεμάτος απορία:

«Τι σ` έπιασε και άφησες τ` Ολύμπου τα παλάτια κι έφτασες σαν τον άνεμο στις κορυφές της Ίδας;».

Ξ 300 Με δόλο του απάντησε η λευκοχέρα Ήρα: « Θε να διαβώ στα πέρατα της Γης να συναντήσω τη μάνα Τυθύν και τον Ωκεανό που ναι του κόσμου αρχόντοι κι εκεί εγώ μεγάλωσα στα όμορφα παλάτια. Πηγαίνω εκεί τις άλυτες να λύσω διαφορές τους γιατί χολώθηκαν πολύ και είναι μαλωμένοι και δεν κοιμούνται πια μαζί στη νυφική τους κλίνη. Να μάθης όσα σκέφτομαι να κάνω Δία μέγα μην τύχει και σκεφτείς εσύ πως κάτι δεν σου είπα». Ο Δίας της απάντησεν ο νεφελοσυνάκτης: « Ήρα μου αγαπημένη μου να πας εκεί που θέλεις μα τώρα κάθισε εδώ έρωτα να χαρούμε, τον πόθο που μου άναψες εγώ να κατασβήσω. Ποτέ μου δεν επόθησα γυναίκα όπως τώρα. Ούτε θεός ούτε θνητός ένιωσε τέτοια έλξη που νιώθω τώρα Ήρα εγώ για τ` όμορφο κορμί σου. Στα στήθη μου ο έρωτας κάνει κουμάντο τώρα και την ψυχή μου κυβερνά και σε ζητά με πάθος.

Ο πόθος μου είναι ανίκητος, πολύ μεγαλύτερος απ` αυτόν που ένιωσα για την Δανάη, την πανέμορφη κόρη του Ακρισίου και σύζυγο του Ιξίονος. Μαζί της έφερα στον κόσμο τον ήρωα Περσέα. Ούτε η Ευρώπη, η κόρη του Φοίνικα, μου άναψε τέτοια ερωτική φλόγα, όπως αυτή που μ` ανάβεις εσύ τώρα. Μαζί της έφερα στον κόσμο τον βασιλιά Μίνωα και τον ισόθεο Ραδάμανθυ. Ούτε η Σεμέλη με συγκίνησε τόσο πολύ ερωτικά όσο εσύ τώρα. Μαζί της γέννησα τον θεό Διόνυσο που έφερε χαρά στους ανθρώπους. Ούτε η Αλκμήνη που μου γέννησε τον Ηρακλή μ` έφτασε να την ποθώ όσο εσένα τώρα. Η Δήμητρα μου άναβε πόθο βαρύ και μέγα αλλά αυτό που νιώθω τώρα δα τα υπερβαίνει όλα. Ακόμα κι η θεά Λητώ δε με τραβούσε τόσο όσο εσύ εδώ ψηλά στης κορυφές της Ίδας».

Ξ` 329. Τὸν δὲ δολοφρονέουσα προσηύδα πότνια Ἥρη·

Η Ήρα που κατάφερε τον Δία να πλανέψει έσπευσε και απάντησε με δόλο στο μυαλό της. « Δία Κρονίδη αρχηγέ όλης της οικουμένης πόσο πολύ με αγαπάς και πόσο σε ελκύω που θέλεις τώρα στη στιγμή έρωτα να χαρούμε, ερωτα να χορτάσουμε μαζί να κοιμηθούμε. Εδώ αν θα πλαγιάσουμε στου έρωτα το πάθος απάνω στο ψηλό βουνός την Τρωϊκή την Ίδα από παντού θα μας κοιτούν θεοί, θνητοί θα βλέπουν. Αμέσως θα το μάθουνε όλοι σ` αυτόν τον κόσμο και δεν το θεωρώ σωστό εδώ ν` αγαπηθούμε. Ντρέπομαι έτσι φανερά. Καλύτερα στα δώματα που σου φτιαξε ο γιος μας ο λατρευτός μας Ήφαιστος που τόσες τέχνες ξέρει. Εκεί με πλήρη ασφάλεια πολύ θ` αγαπηθούμε αφού πια τόσο λαχταράς να σμίξουμε αμέσως. Έλα μη χάνουμε καιρό αφού με θέλεις τόσο». Ο Δίας της απάντησε ο συννεφο – συνάχτης: « Μη νοιάχεσαι, μη ντρέπεσαι μήπως μας δει κανένας. Νέφη θ` απλώσω γύρω μας κανείς να μη μας βλέπει, σε θέλω τώρα και κανείς δεν θα με εμποδίσει τις χάρες και τις ομορφιές που έχεις ν` απολαύσω. Τα νέφη που θ` απλώσω εγώ εδώ γύρω τριγύρω ούτε ο ήλιος θα μπορεί να τα διαπεράσει, θάναι χρυσά, ολόχρυσα που τις ακτίνες διώχνουν».
Με πόθο την αγκάλιασε ο Δίας ο Κρονίδης.
κι η γη αμέσως έβγαλε χλωρό χορτάρι φρέσκο,
κρόκους, τριφύλλια τρυφερά και μυρωδάτα κρίνα,
που τους βαστούσαν μαλακά χώμα μην ακουμπάνε.
Ξ 350 Εκεί ψηλά στον Γάργαρο στην κορυφή της Ίδας τον έρωτα χορτάσανε ώσπου τους πήρε ο ύπνος μες τη χρυσή θωράκιση που ήταν τυλιγμένοι. Δροσοσταλίδες πέφτανε απάνω στα κορμιά τους κι ύπνος βαθύς τους τύλιξε μετά τον έρωτα τους.

Ο Ύπνος έτρεξε ευθύς την είδηση να φέρει στων Αχαιών την σύναξη εκεί δίπλα στα πλοία. Εκεί αμέσως μίλησε στον μέγα Ποσειδώνα και του `πε με σαφήνεια τα παρακάτω λόγια:

« Ω Ποσειδώνα αδελφέ του Δία του Κρονίδη τώρα βοήθα όσό μπορείς τους Αχαιούς στη μάχη και μη φοβάσαι πως ο Ζευς μ` εσένα θα θυμώσει. Τον ύπνωσα τόσο βαθειά εκεί ψηλά στην Ίδα που θα κοιμάται όσο εσύ συνδράμεις τους Αργείους. Η Ήρα τον εξάντλησε με τα ερωτικά της».΄Πέταξε ο Ύπνος ο θεός στους τόπους του να πάει κι ο Ποσειδών εβιάστηκε τους Αχαιούς να σώσει, « Ε Αχαιοί, τους φώναξε, βάλτε τα δυνατά σας ,του Έκτορα να κόψουμε αυτό το μέγα θράσος που θέλει γρήγορα εσάς στη θάλασσα να ρίξει και όλα τα καράβια σας κάρβουνο να τα κάμει. Μπορεί να λείπει ο Αχιλλεύς αλλά αρκείτε οι άλλοι τους Τρώες να νικήσετε και πίσω να γυρίσουν μέσα στης Τροίας τα τειχιά για να προφυλακτούνε. Σηκώστε τις ασπίδες σας που τις ζωές σας σώζουν, φορέστε στα κεφάλια σας τα ασφαλή σας κράνη που λάμπουν κι αστραποβολούν και τους εχθρούς φοβίζουν. Πάρτε στα χέρια σας μακριά και φονικά κοντάρια κι ελάτε να ορμήσουμε με εμένανε μπροστάρη. Αν με ορμή κινήσουμε ακόμα και ο Έκτωρ θα φοβηθεί και θα σκιαχτεί με την επίθεση μας. Αν κάποιος από σας μικρή ασπίδα φέρει στους πίσω που ακολουθούν αμέσως να τη δώσει κι αυτός να πάρει ανθεκτική και μέγιστη ασπίδα που δεν φοβάται δόρατα, σπαθιά και βέλη τόξων».

Οι Έλληνες ακούσανε τα λόγια θεού τους και βάλθηκαν οι αρχηγοί όλους να τους συντάξουν. Ανέλαβαν το έργο αυτό ο μέγας Αγαμέμνων κι από κοντά ο Οδυσσεύς κι ο ήρως Διομήδης. Παρέταξαν τους άντρες τους ακόμα και εκείνους που είχαν τραύματα ελαφρά επάνω στο κορμί τους.

Οι αρχηγοί προέτρεψαν τους άνδρες ν` αλλάξουν όπλα και αυτοί στην πρώτη γραμμή κρούσης να έχουν τα πιο δυνατά και αξιόμαχα όπλα.

Τα άρματα ελάμπανε αστραφτερά στον ήλιο και σαν μπεντένι φάνταζε το τρίχος των ασπίδων. Μπροστά μπροστά μαχότανε ο μέγας Ποσειδώνας με ένα σπαθί τεράστιο που όλοι το θαυμάζαν. Και στην απέναντι πλευρά ο Έκτωρ οδηγούσε τους Τρώες για τον πόλεμο και τη μεγάλη νίκη. Ένας θεός κι ένας θνητός απέναντι σταθήκαν με πάθος και με μάνητα για τα δικά τους δίκια. Την ώρα εκείνη που ορμούν οι Έλληνες στους Τρώες ήλθε από τη θάλασσα μεγάλη καταιγίδα και τα νερά της φτάσανε στων Αχαιών τους χώρους που τα καράβια κι οι σκηνές ήταν εκεί στημένα. Τόσο μεγάλος θόρυβος έβγαινε από τη μάχη που σκέπαζε την βροντισιά που έκανε το κύμα. Ήτανε ηχηρότερος ο αλαλαγμός της μάχης από φωτιά ανίκητη που καίει ένα δάσος και βράζει και τριζοβολά και όλους τους φοβίζει.

Ξ`, 400. Ο Έκτωρ πρώτος έριξε στον Αίαντα κοντάρι
καθώς τον είχε απέναντι κι ήταν σπουδαίος στόχος.

Η μύτη του δόρατος του Έκτορα καρφώθηκε εκεί που διασταυρώνονται δύο χοντρά λουρια: Το λουρί που κρατά την ασπίδα και το λουρί που κρατά τη θήκη του ασημόκαρφου ξίφους. Τα δυο χοντρά λουριά εμπόδισαν την αιχμή του δόρατος να φτάσει στη σάρκα του Αίαντα, πράγμα που γέμισε θυμό τον Έκτορα.. Αν καρφωνόταν το κοντάρι χιλιοστά γύρω από τα λουριά τώρα η ψυχή του Αίαντα θα ταξίδευε στον Άδη με τον ψυχοπομπό Ερμή. Ο Έκτωρ περιμένοντας το αντικτύπημα του Αίαντα γύρισε πλάτη να καλυφθεί πίσω από τους άντρες του. Ο Τελαμώνιος σηκώνει μια τεράστια πέτρα που χρησιμοποιούσαν για να στηρίζουν τα πλοία στη στεριά. Αυτόν τον μέγα λίθο τον εκφενδόνισε ο Αίας στον Έκτορα. Τον βρήκε στο στήθος και στο λαιμό πάνω από την ασπίδα. Η πέτρα τεράστια, πολύ βαριά και αιχμηρή. Το κτύπημα έκανε τον περήφανο Έκτορα να στροβιλίζεται γύρω από τον εαυτό υου. Όπως ο κεραυνός του Δία κτυπά ένα δρυ μεγάλο και τον ρίχνει στη γη γεμίζοντας την ατμόσφαιρα οσμή θειαφιού έτσι και ο Έκτορας σωριάστηκε στο χώμα, μέσα σε σύννεφο σκόνης. Το κοντάρι του έφυγε από υο χέρι όπως και η ασπίδα και το κράνος που τινάχτηκαν μακριά, ενώ τα άρματα του κατακτύπησαν με βρόντο στη γή.

αἰχμάς· ἀλλ’ οὔ τις ἐδυνήσατο ποιμένα λαῶν
οὐτάσαι οὐδὲ βαλεῖν· πρὶν γὰρ περίβησαν ἄριστοι
Ξ425Πουλυδάμας τε καὶ Αἰνείας καὶ δῖος Ἀγήνωρ
Σαρπηδών τ’ ἀρχὸς Λυκίων καὶ Γλαῦκος ἀμύμων.
τῶν δ’ ἄλλων οὔ τίς εὑ ἀκήδεσεν, ἀλλὰ πάροιθεν
ἀσπίδας εὐκύκλους σχέθον αὐτοῦ. τὸν δ’ ἄρ’ ἑταῖροι
χερσὶν ἀείραντες φέρον ἐκ πόνου, ὄφρ’ ἵκεθ’ ἵππους
Ξ430ὠκέας, οἵ οἱ ὄπισθε μάχης ἠδὲ πτολέμοιο
ἕστασαν ἡνίοχόν τε καὶ ἅρματα ποικίλ’ ἔχοντες·
οἳ τόν γε προτὶ ἄστυ φέρον βαρέα στενάχοντα.
Ἀλλ’ ὅτε δὴ πόρον ἷξον ἐϋῤῥεῖος ποταμοῖο
Ξάνθου δινήεντος, ὃν ἀθάνατος τέκετο Ζεύς,
Ξ435ἔνθά μιν ἐξ ἵππων πέλασαν χθονί, κὰδ δέ οἱ ὕδωρ
χεῦαν· ὃ δ’ ἀμπνύνθη καὶ ἀνέδρακεν ὀφθαλμοῖσιν,
ἑζόμενος δ’ ἐπὶ γοῦνα κελαινεφὲς αἷμ’ ἀπέμεσσεν·
αὖτις δ’ ἐξοπίσω πλῆτο χθονί, τὼ δέ οἱ ὄσσε
νὺξ ἐκάλυψε μέλαινα· βέλος δ’ ἔτι θυμὸν ἐδάμνα.

Οι Αχαιοί μ` αλαλαγμούς μούνταραν να τον φτάσουν και να τον σύρουνε εκεί που γλυτωμό δεν θάχε. Ταυτόχρονα βέλη πολλά σαν σύννεφα πετούσαν. Όμως δεν τον ελάβωσαν γιατί οι στρατηγοί του, δίπλα στο σώμα του ορθοί τον κάλυπταν με ζήλο. Ολόγυρα του στήθηκαν ο μέγας Πολυδάμας και ο Αινείας ο τρανός και άφοβος στις μάχες. Ακόμα δίπλα του εκεί οι άλλοι αρχηγοί του οι φημισμένοι βασιλείς Γλαύκος κα Σαρπηδώνας και ο Αγήνωρ ο τρανός ανίκητος στις μάχες. Άντρες πολλοί μαζεύτηκαν γύρω απ` τον αρχηγό τους και με ομόκεντρα τειχιά από βαριές ασπίδες, το σώμα του προστάτευαν από βροχές δοράτων και βέλη πολύ μυτερά που πέφτανε στους Τρώες. Σηκώσανε τον Έκτορα στα χέρια και τον πήγαν στα άλογα που έστεκαν μακριά από τη μάχη. Στο άρμα του τον έβαλαν και κείνος απ` τους πόνους βογγούσε ακατάπαυστα πολύ τραυματισμένος.

Φτάσανε στον ποταμό Ξάνθο, γέννημα τογ Δία, με τα βαθια, ιαματικά νερά το, κι αμέσως τον κατέβασαν κι άρχησαν να τον πλένουν, να τον ξεπλένουν από τα αίματα και να φροντίζουν τις πληγές του. Ο Έκτωρ με το κρύο, θεραπευτικό νερό συνήλθε και άνοιξε τα μάτια και πήρε βαθιά αναπνοή. Ανακάθισε βγάζοντας μαύρο αίμα από το στόμα. Πάλι όμως ξάπλωσε αδύναμος στο χώμα, ζαλισμένος από το βαρύ κτύπημα.

Οι Αχαιοί κατάλαβαν πως λείπει ο μέγας Έκτωρ κι ορμήσανε πιο δυνατά ενάντια στους Τρώες που τώρα πια δεν είχανε τον θείο αρχηγό τους. Ο άλλος Αίας ο γοργός κτυπά με το κοντάρι τον Σάτνιον παιδί βοσκού και μίας Ναϊάδας, νύμφης στην ακροποταμιά, που βρέχει ο Σαντιόεις. Ο νέος έπεσε νεκρός στης μαύρης γης τη ράχη. Πάνω πολεμούσανε οι Αχαιοί κι οι Τρώες κι ο Πολυδάμας ο τρανός έσπευσε να τραβήξει το σώμα αυτού του νεαρού του άτυχου Σαντίου.

Ξ`, 450. Του Πάνθου ο γιος εκτύπησε τον γιο του Αρηιλύκου. Προθήνορα τον λέγανε σπουδαίο παλληκάρι. Στον ώμο του τον δεξιό τον κτύπησε με φόρα και το κοντάρι πέρασε και βγήκε από την άλλη. Ο νέος έπεσε βαρειά στη γη χωρίς ανάσα. Ο Πολυδάμας με φωνή που `φτανε στα ουράνια καυχήθηκε και φώναξε προς όλους τους Αργείους:
«Ανώφελα δεν έριξε το φονικό κοντάρι
του Πανθοΐδου η σιδηρά παλάμη του γενναίου,
Ένας απ’ τους Αχαιούς το πήρε στο κορμί του,
θα το κρατά σαν στήριγμα να κατεβεί στον Άδη».

Οι Αχαιοί πληγώθηκαν σαν άκουσαν τα λόγια του Πολυδάμα του σοφού συναρχηγού των Τρώων. Μα πιο πολύ πληγώθηκε ο Αίας ο γενναίος ,του Τελαμώνα ο βλαστός, από τη Σαλαμίνα, Κοντά του έπεσε νεκρό το νέο παλληλάρι. Αμέσως εξακόντισε το φονικό κοντάρι στον Πολυδάμα που `φευγε με πλάτη γυρισμένη. Η λόγχη αυτή του Αίαντα βρήκε τον γιο του Αντήνορος που ήταν εκεί δίπλα. Αρχέλοχο το λέγανε το νέο παλληκάρι που οι θεοί τον θάνατο αυτού αποφασίσαν κι όχι του Πολυδάμαντος συναρχηγού των Τρώων. Η λόγχη βρήκε στον καφά το νέο παλληκάρι εκεί π` ο σβέρκος συναντά την κεφαλή τ` ανθρώπου. Τα νεύρα έκοψε βαθιά η φονική η λόγχη. Πέσανε πρώτα εις τη γη κρανίο, μύτη, στόμα και έπειτα λυγίσανε τα πόδια του γενναίου.
Ο Αίας τότε φώναξε: «Να μάθεις Πολυδάμα, και την αλήθεια λέγε μου, άνδρας δεν ήταν τούτος άξιος του Προθοήνορος που έπεσε πριν λίγο;». Ήθελε με τα λόγια του, τους Τρώες να πληγώσει.

Ο Ακάμας τρύπησε με το κοντάρι του τον Πρόμαχο κι αμέσως κραύγασε δυνατά για το κατόρθωμα του « Αργείοι είστε πρώτοι στις φωνές και στις απειλές,είστε άξιοι τοξότες και πετάτε τις φοβέρες σαν τα βέλη σας. Πάρτε τώρα αυτόν που μόλις σκότωσα τον ανδρείο Πρόμαχο που μάχονταν μπροστά μπροστά χωρίς φόβο. Αυτό για να εκδικηθώ τον φόνο του αδελφού μου και άμετρη χαρά να δώσω στην ψυχή του».

Ο Πηνέλαος δεν μπόρεσε να σκοτώσει τον καυχησιάρη Ακάμαντα και αντί γι αυτόν σημάδεψε και σκότωσε τον νέο Ιλιονέα, μοναχοπαίδι του μεγαλοκτηνοτρόφου Φόρβαντα που ο Ερμής του είχε αδυναμία, τον ξεχώριζε απ` όλους τους Τρώες και τον βοήθησε ν` αποκτήσει αμέτρητα κοπάδια αρνιών. Ο Πηνέλαος με το κοφτερό σπαθί του έκοψε το κεφάλι του άτυχου νεαρού Ιλιονέα αφού τον είχε πρώτα κτυπήσει με το δόρυ του στο μάτι. Σηκώνει το κεφάλι ψηλά να το δουν οι Τρώες όλοι. Είπε με δυνατή φωνή τα παρακάτω λόγια:

Ξ`, 500. «Τρώες να πείτε στους γονείς του νέου Ιλιονέως να κλάψουν το μοναχογιό που σκότωσα στη μάχη».

Ξ`, 508. Ἔσπετε νῦν μοι Μοῦσαι Ὀλύμπια δώματ’ ἔχουσαι
ὅς τις δὴ πρῶτος βροτόεντ’ ἀνδράγρι’ Ἀχαιῶν
ἤρατ’, ἐπεί ῥ’ ἔκλινε μάχην κλυτὸς ἐννοσίγαιος.

Πέστε μου τώρα, Μούσες μου, που ζειτε στα παλάτια του Όλυμπου του ξακουστού, ποιος πρώτος των Ελλήνων πήρε σπουδαία λάφυρα και άρματα των Τρώων από εκείνη τη στιγμή π` ο μέγας Ποσειδώνας άρχισε να τους βοηθά.

Όμηρος: Μούσες Ολύμπιες θεές δώστε σε μένα γνώση να πω για κείνον που `φερε τα πιο πολλά τα κέρδη, τα πιο πολλά τα λάφυρα από τις μάχες όλες που δώσανε οι Αχαιοί όταν ο Ποσειδώνας έστερξε να τους βοηθά.

Πρώτος τον Ύρτιον κτύπησε ο γιος του Τελαμώνα, τον Μέρμερον ο Αντίλοχος φονεύει και τον Φάλκην·
τον Μόρυν και Ιπποτίωνα φονεύει ο Μηριόνης κι ο Τεύκρος τον Προθόωνα μαζί τον Περιφήτην,
Τον άρχοντα Υπερήνορα κτύπησεν ο Ατρείδης

Ξ`, 520- 522.: Πάρα πολλούς εσκότωσε ο Αίας ο Οιλείδης που είναι τόσο γρήγορος στα πόδια που ξεπερνά την ταχύτητα του τρόμου που βάζει ο Δίας στις ψυχές των αδρών που τρέχουν να γλυτώσουν τη ζωή τους..

1*. Αρχιτέκτων. Ιστορικός Αρχιτεκτονικής. Ιστορικός Τέχνης.