Δεκατρία ολόκληρα χρόνια που ζω στο εξωτερικό δεν έχει υπάρξει ούτε μια ημέρα που να μην ψιθυρίσω αυτόν τον στίχο από το Nabucco του Verdi. Ω πατρίδα μου, τόσο όμορφη και χαμένη. Η χώρα βυθίζεται στο έρεβος.
Αφήνουμε τον κόσμο να εκτονώνεται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με ορθογραφικά λάθη που τυφλώνουν. «Η Χαβάη καίγεται, ο Καναδάς φλέγεται». Δεν υπάρχει ούτε καν άρτος, μόνο θεάματα. Ηρθαν και φέτος τουρίστες. Χρόνο με τον χρόνο τα νησιά μας μπαζώνονται με πολυτελείς βίλες σε χαλικόστρωτους αυτοσχέδιους δρόμους, με λύματα που χύνονται στη θάλασσα για την οποία ακριβοπληρώνουν οι επισκέπτες.
Κοιτάξου στον καθρέφτη και σκέψου πόσες φορές είπες δεν πειράζει, αρκεί που εγώ είμαι καλά. Δεν πειράζει, εγώ θα σώσω τον κόσμο; Δεν πειράζει, αρκεί που δεν χάθηκαν ανθρώπινες ζωές.
Και τώρα που χάθηκαν, και τώρα που θα εισπνέεις μόνο στάχτη και διοξείδιο του άνθρακα; Και τώρα που οι συγγενείς σου στην επαρχία έχασαν τη σοδειά τους, τα ζώα τους; Ακόμη δεν πειράζει; Σου αρκεί να ζεις σε μια καμένη γη; Σου αρκεί που τα λίγα τετραγωνικά του σκυροδέματός σου –αρχικά παράνομα, στην πορεία νομιμοποιημένα– σε κάποιο πρώην δάσος είναι εν τάξει; Σου αρκεί ο πήχης σου να είναι το απόλυτο τίποτα; Σου αρκεί να εκλέγεις τους ίδιους και χειρότερους από εσένα; Σου αρκεί απλώς να ζήσεις και σήμερα;
Είμαστε μια υποκουκκίδα σε αυτόν τον πλανήτη. Μια χούφτα άνθρωποι που καταφέραμε να διατηρήσουμε τη γλώσσα μας στο πέρασμα των χιλιετιών. Σιγά σιγά χάνονται όλα. Να επιστρέψω; Γιατί; Η χώρα μου με έδιωξε πολλάκις.
Αντί εμού, προτίμησαν έναν 70χρονο κολλητό του πολιτικού του προϊσταμένου σε μια διαδικασία κατά τα άλλα «διαγωνιστική». Είναι υπερήφανοι που υπάρχουν Ελληνες σαν κι εμένα αλλά η χώρα δεν είναι ακόμη έτοιμη, μου είπαν. Πρώην σαλτιμπάγκοι πολιτευτών, ημιμαθέστατοι γόνοι πολιτικών και επιχειρηματικών οικογενειών επανεκλέγονται και εργάζονται με πλαστά ένσημα κολλημένα σε μια ζωή κενή, σε μια ζωή που τους χαρίστηκε χωρίς ίχνος φιλοπατρίας. Αφαιμάσσουν τη χώρα πετώντας ψίχουλα και καθρεφτάκια στους ιθαγενείς.
Η ψήφος σας νομιμοποιεί το αυθαίρετο τσιφλίκι τους. Για όλους εμάς τους πραγματικά άριστους, αυτούς που αναμετρήθηκαν με τα όριά τους, που μόνοι προχώρησαν, που τους εκτίμησαν και αντάμειψαν οι «βάρβαροι», που προτίμησαν να θυσιάσουν χρόνια, φίλους, νιότη, ξεγνοιασιά, για να κατακτήσουν προσωπικές κορυφές και το μπράβο του κάθε άγνωστου κριτή· για όλους εμάς πονάει διπλά. Γιατί ξέρουμε ότι μπορούμε να προσφέρουμε στη χώρα. Γιατί ο Διαφωτισμός μάς συνάντησε σε κάποια στιγμή της ζωής μας. Γιατί απορρίψαμε τις σατραπείες και είπαμε το μεγάλο όχι για να μπορούμε να ζήσουμε μια ζωή ολότελα δικιά μας, χωρίς εκπτώσεις.
Η Ελλάδα 2.0 βολεύτηκε εξαρχής στο απόλυτο μηδέν. Η ελύτεια ελιά και το αμπέλι έγιναν στάχτη, ενώ το καράβι αγκυροβόλησε στις Βρετανικές Παρθένους Νήσους.
Τα παιδιά δεν έχουν μνήμη, τους προγόνους τους πουλούν. Και ό,τι αρπάξουν δε θα μείνει, γιατί ευθύς μελαγχολούν.
