Λαμπεντούζα, νησί άγονο, πετρώδες, σκληρό, όπου ο Αριόστο μάς αφηγείται στο μεγαλειώδες ποίημά του «Ο Μαινόμενος Ορλάντο» ότι ολοκληρώνεται η μάχη και σύγκρουση ανάμεσα στους χριστιανούς και τους άπιστους. Ομως γνωρίζουμε ότι άλλες συγκρούσεις εξελίσσονται σήμερα στη Λαμπεντούζα, ανάμεσα σε φτωχούς μετανάστες και άλλους μετανάστες που δεν πνίγηκαν όπως χιλιάδες άλλοι, που τους κατάπιαν τα νερά στο Κανάλι της Σικελίας.
Μετανάστες που κατά τύχη έφτασαν στη Λαμπεντούζα, όπου ξεσπά εναντίον τους ο άγριος εγωισμός των Ιταλών και των άλλων καλοζωισμένων Ευρωπαίων. Εγωισμός, όταν δεν είναι ξενοφοβία και ρατσισμός. Αλλά ήμασταν εμείς οι πρώτοι, οι Νότιοι, οι Σικελοί, που διασχίσαμε το Κανάλι της Σικελίας και ρίξαμε άγκυρα στο Μαγκρέμπ, στην Τυνησία. Το 1900 υπήρχαν στην Τυνησία πάνω από εκατό χιλιάδες Ιταλοί μετανάστες που δούλεψαν κάνοντας τους ψαράδες, τους αγρότες και τους εργάτες στα ορυχεία του Σφαξ.
Η ιστορία του κόσμου είναι μια ιστορία μεταναστών από τη μια χώρα στην άλλη, από τη μια ήπειρο στην άλλη. Πάνω από είκοσι εκατομμύρια Ιταλοί μετανάστευσαν τα προηγούμενα χρόνια στις διάφορες χώρες του κόσμου. Αλλά, παραμένοντας στη Μεσόγειο, θέλω εδώ να θυμίσω εκείνα που έγραψε ο Μπροντέλ στο βιβλίο του «Η Μεσόγειος και ο μεσογειακός κόσμος την εποχή του Φίλιππου Β΄ της Ισπανίας»: «Σε ολόκληρη τη Μεσόγειο ο άνθρωπος καταδιώχτηκε, φυλακίστηκε, πουλήθηκε, βασανίστηκε και γνώρισε όλη τη μιζέρια, τη φρίκη και τις αγριότητες του συγκεντρωτικού σύμπαντος».
(Σαντ’ Αγκατα του Μιλιτέλο, 10 Μαΐου 2011).
Για την αντιγραφή Φοίβος Γκικόπουλος
(*) Ο Σικελός συγγραφέας, δοκιμιογράφος και δημοσιογράφος (1933-2012), ευαίσθητος στα κοινωνικά θέματα και προβλήματα, μερικούς μήνες πριν πεθάνει, έγραψε αυτό το κείμενο όπου φέρνει στη μνήμη του την ιστορία της Σικελίας και των μεταναστευτικών ροών, ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα. Κάθε ομοιότητα με το σήμερα, και την ιστορία της Ελλάδας, είναι προφανής.
