Η πρόσφατη επίσκεψη της Μελόνι στο Παρίσι επιβεβαιώνει με τον πιο πανηγυρικό τρόπο τη διάσταση ανάμεσα στην προεκλογική ρητορική με τη μετεκλογική κυβερνητική διαχείριση που χαρακτηρίζει την Ιταλία το τελευταίο τέταρτο του αιώνα.
Οι διαβεβαιώσεις για ρεαλιστική προσαρμογή της Μελόνι τόσο σε σχέση με την Ε.Ε. όσο και απέναντι στη Ρωσία προηγήθηκαν της εκλογικής νίκης της και επιβεβαιώθηκαν πλήρως.
Μπορούμε λοιπόν να μιλάμε για Μοντέλο Μελόνι και να προεξοφλήσουμε από τώρα ότι παρόμοια εξέλιξη και πορεία θα ακολουθήσει η Λεπέν στη Γαλλία;
Ενα είναι βέβαιο, ότι από τις αρχές της δεκαετίας του ‘90 εμφανίζονται στην Ιταλία στο δεξιό άκρο του πολιτικού φάσματος μορφώματα που έχουν έντονη αντισυστημική ρητορική και προσεγγίζουν στη συντριπτική τους πλειονότητα το φασιστικό παρελθόν της χώρας ως κανονικότητα, για να προσαρμοστούν στην κανονικότητα της διαχείρισης μιας χώρας-μέλους της Ε.Ε. – ευρωζώνης και του ΝΑΤΟ όταν αναλαμβάνουν την εξουσία.
Η ρεαλιστική στροφή στο όνομα της εξουσίας αφήνει πίσω της κενό το οποίο σπεύδουν να συμπληρώσουν παρόμοια μορφώματα.
Το νέο τοπίο εμφανίστηκε για πρώτη φορά το 1994, με την πρώτη κυβέρνηση Μπερλουσκόνι να είναι ένας συνασπισμός της Φόρτσα Ιτάλια με τη Λέγκα του Βορρά του Μπόσι και την Εθνική Συμμαχία τού κατά δήλωσή του μετα-φασίστα Φίνι.
Στην πορεία του χρόνου η Φόρτσα Ιτάλια του Μπερλουσκόνι όχι απλώς έγινε κανονικότητα, αλλά και εγγυητής των ευρωατλαντικών σταθερών της Ιταλίας.
Η πιο βαρύνουσα νομιμοποίηση της Ακροδεξιάς της Ιταλίας ως κανονικότητας ήταν η πρώτη κυβέρνηση Κόντε, στην οποία συνυπήρχαν το αντισυστημικό Κίνημα των Πέντε Αστέρων και η ρατσιστική και ξενόφοβη Λέγκα του Βορρά του Σαλβίνι.
Εξυπακούεται ότι η επιτομή της μετάλλαξης της Ακροδεξιάς ως κανονικότητας υπήρξε η κυβέρνηση περίπου εθνικής ενότητας υπό τον Ντράγκι, στην οποία συμμετείχαν οι πάντες πλην του κόμματος της Μελόνι.
Μέχρι την άνοιξη του 1998 είχε διαμορφωθεί στην Ιταλία μια νέα διπολική αντιπαράθεση με πρωταγωνιστές τη Φόρτσα Ιτάλια του Μπερλουσκόνι και το Δημοκρατικό Κόμμα, δηλαδή το πρώην ΙΚΚ.
Την άνοιξη του 1998, με επιμονή της Γαλλίας των Σιράκ – Ζοσπέν, η Γερμανία του Κολ απέσυρε το βέτο που είχε θέσει στη συμμετοχή της Ιταλίας στην πρώτη ομάδα μελών της ευρωζώνης.
Το Παρίσι απείλησε με βέτο την ένταξη στην Ε.Ε. των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης, που ήταν στρατηγική προτεραιότητα της Γερμανίας αν η Ρώμη δεν εξασφάλιζε τη συμμετοχή της στην ευρωζώνη.
Από τότε μέχρι και σήμερα στην πολιτική σκηνή της Ιταλίας καταγράφεται μια προσπάθεια απορρόφησης της κοινωνικής και πολιτικής κόπωσης, αλλά και αγανάκτησης που προκαλεί η προσπάθεια προσαρμογής της χώρας στο άκαμπτο πλαίσιο του Συμφώνου Σταθερότητας.
Πρόκειται για μια σταθερά που απαξιώνει την αξιοπιστία της δημόσιας ρητορικής των πολιτικών κομμάτων, καθώς όποια και αν είναι η λαϊκή εντολή που καταγράφεται στις κάλπες τίποτε δεν αλλάζει στη δημοσιονομική πολιτική.
Αν λάβουμε υπόψη τα παραπάνω, τότε οι λόγοι που έφεραν κοντά στα τέλη του 2021 τον Μακρόν και τον Ντράγκι εξακολουθούν να ισχύουν και σήμερα.
Με τη Γερμανία περιχαρακωμένη στην ακινησία ο Μακρόν είναι υποχρεωμένος να βλέπει τη Μελόνι ως διάδοχο του Ντράγκι και όχι ως παράγοντα που ευνοεί την άνοδο της Λεπέν στην εξουσία.
