Όποιος βγει από το μαντρί τον τρώει ο λύκος είχε δηλώσει ο Ευάγγελος Αβέρωφ, τρίτος και μεταβατικός, αν και εκλεγμένος με κανονικές διαδικασίες, πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας, προσπαθώντας να αποτρέψει αποχωρήσεις στελεχών, στις αρχές της δεκαετίας του ’80.
Σήμερα, ο δεύτερος μυστακοφόρος, μετά τον Αβέρωφ, και μεταβατικός με fast track διαδικασίες πρόεδρος της Ν.Δ., Ευάγγελος (επίσης) Μεϊμαράκης, φαίνεται να κατορθώνει το αδιανόητο.
Όντας μεταβατικός, με ένα πολιτικά και πολιτιστικά ενδεικτικό λόγο που κινείται μεταξύ «γλυκούλη», «πονηρούλη» και «αυτοφωράκια», χωρίς να καταβάλλει ιδιαίτερη προσπάθεια και εκφράζοντας την αντίθεσή του στις εκλογές, ανατρέπει τα προγνωστικά και σύμφωνα με πρόσφατη δημοσκόπηση της GPO, επαναφέρει τη Ν.Δ. ως πρώτη προτίμηση των ψηφοφόρων του εκλογικού σώματος.
Αν κανείς προσθέσει, σύμφωνα με αυτή την δημοσκόπηση, αλλά και τις υπόλοιπες που ανακοινώθηκαν, το γεγονός ότι κόμμα του Βασίλη Λεβέντη εμφανίζεται να μπαίνει στη Βουλή, αλλά και το γεγονός ότι το ΠΑΣΟΚ ανακάμπτει, θα πρέπει να αναζητήσει τα αίτια της επιτυχίας τους μάλλον στην άλλη όχθη του ποταμού.
Τα προγνωστικά των εκλογών αρχίζουν να θυμίζουν τα πραγματικά αποτελέσματα των ποδοσφαιρικών αγώνων Ελλάδας – Νησιών Φαρόε. Στον αντίποδα, όσο εμφανίζονται αποτελέσματα με μικρότερο αριθμό αναποφάσιστων, ο ΣΥΡΙΖΑ εμφανίζεται να χάνει δυνάμεις σε καθημερινή βάση, χωρίς αυτές να τις καρπώνεται η ΛΑ.Ε.
Παρά το γεγονός ότι οι δημοσκοπήσεις δείχνουν να αποτυγχάνουν παταγωδώς τα τελευταία χρόνια, ενώ παράλληλα φαίνεται να στερούνται και επιστημονικής τεκμηρίωσης και κατάλληλου δείγματος ως προς τον πληθυσμό, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι τα αποτελέσματα όλων των δημοσιευμένων δημοσκοπήσεων συγκλίνουν σε πολύ μεγάλο βαθμό.
Είναι αναγκαίο να επαναφέρουμε στη μνήμη μας τα γεγονότα από τα τέλη του 2014 έως σήμερα, προκειμένου να μπορέσουμε να εξηγήσουμε τις εξελίξεις, τι συνέβη και πως θα μπορούσε απλά να είχε γίνει διαφορετικά.
Αν κατά την διάρκεια της προεκλογικής περιόδου των εκλογών του Ιανουαρίου ο ΣΥΡΙΖΑ είχε δεσμευθεί ότι θα καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να εφαρμόσει το πρόγραμμά του αντί να δεσμευθεί ότι θα το εφαρμόσει, χωρίς να υπολογίζει τους υπόλοιπους παράγοντες, τότε δεν θα είχε σήμερα όλες αυτές τις απώλειες.
Με δεδομένο ότι αποφάσισε να πάει τη διαπραγμάτευση έως τέλους, τότε δεν ήταν αρκετό να έχει απλά ένα Plan B, αλλά να αρχίσει την εφαρμογή του πριν το τέλος της διαπραγμάτευσης.
Κοινώς, κάποιος από το επιτελείο του Σόϊμπλε, στο πιο κρίσιμο της διαπραγμάτευσης θα έπρεπε να τον ενημερώσει ότι οι πληροφορίες της γερμανικής πλευράς είναι ότι την επόμενη ημέρα η ελληνική πλευρά ξεκινά ένα παράλληλο σύστημα εκκαθάρισης πληρωμών, τύπου IOUs, το οποίο θέτει σε κίνδυνο δημοσιονομικό σύμφωνο, διακρατικά δάνεια, μνημόνιο προσαρμογής και απαιτήσεις της Bundesbank που έχει παράσχει μέσω Target 2, καθώς επίσης και αχρηστεύει μεγάλο μέρος της επίδρασης των capital controls, ενώ ταυτόχρονα το συγκεκριμένο σχέδιο είναι εύκολα αντιγράψιμο από άλλες χώρες της Ε.Ε.
Είναι βέβαιο ότι αυτό θα προκαλούσε τεράστια αναστάτωση στον κο Σόιμπλε, κάτι που δεν μπορούσε να επιτύχει η ελπίδα της κυβέρνησης για ευαισθητοποίησή του στα δημοκρατικά ιδεώδη, με τα αποτελέσματα ενός δημοψηφίσματος. Σε κάθε περίπτωση, κανείς δεν μπορεί να αλλάξει τα γεγονότα που συνέβησαν στο παρελθόν, πρέπει όμως να εκμεταλλευθεί τις ευκαιρίες που του παρέχει η εκάστοτε συγκυρία.
Η σημερινή συγκυρία προσδιορίζεται από εκλογές, μια ακόμη διάσπαση της Αριστεράς, ένα νέο μνημόνιο στα πλαίσια της πολιτικής που επιβάλλει η νεοφιλελεύθερη άρχουσα πολιτική στο μεγαλύτερο μέρος του πλανήτη σήμερα και το οποίο ασφαλώς θα αποτύχει στο χρόνο, αν δεν αλλάξει ριζικά η πυξίδα της Ε.Ε., απογοήτευση, αλληλοκατηγορίες, αλλά και εκνευρισμό στα στελέχη και τον κόσμο της αριστεράς, εξαιτίας των πρωτόγνωρων συνθηκών που αντιμετωπίζει, αλλά έχει στον αντίποδα και την πρώτη εισβολή χιλιάδων τρακτέρ διαμαρτυρόμενων αγροτών στο Παρίσι της 3η Σεπτεμβρίου 2015 (ας φανταστούμε τις αντιδράσεις Μπακογιάννη, Μητσοτάκη, Μπακογιάννη, Γεωργιάδη, Θεοδωράκη, Τζήμερου κ.λ.π. αν κάτι αντίστοιχο συνέβαινε στην Ελλάδα).
Παραμένουν λίγες μέρες έως τις εκλογές, η ψήφος ως επί το πλείστον δεν θα είναι η πλέον επεξεργασμένη και κατασταλαγμένη, είναι πιθανόν να υπάρξουν σημαντικές διαφοροποιήσεις. Σε κάθε περίπτωση, πιστεύω ότι αυτή είναι η μεγάλη ευκαιρία και πρόκληση για την αριστερά, μετεκλογικά, με δεδομένη τη νέα διάσπαση, αλλά και τις εξελίξεις σε ΔΗΜΑΡ και τους υπόλοιπους αριστερούς σχηματισμούς.
Αν το πρόταγμα των κομμάτων που εκπροσωπούν τη συντήρηση του προηγούμενου συστήματος, με ότι αυτό συμπεριλαμβάνει, τα οποία υμνούν όλα τα μνημόνια τα οποία θα οδηγούν συνέχεια το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού προς την ανέχεια, είναι και πάλι η ευρεία κυβέρνηση εθνικής ενότητας, η οποία θα ενσωματώνει το μεγαλύτερο μέρος της αριστεράς μέσω του ΣΥΡΙΖΑ και θα αποτελεί την κολυμπήθρα του Σιλωάμ για το παλαιό σύστημα, μοιάζει προφανές ότι η λύση για την αριστερά πρέπει να είναι στην αντίθετη κατεύθυνση.
Με δεδομένο, σχεδόν, ότι το αποτέλεσμα των εκλογών δεν θα δώσει την αναγκαία πλειοψηφία σε ένα κόμμα, είναι η ευκαιρία για την πρώτη κυβέρνηση της αριστεράς με τη σύμπραξη όλων.
Αυτό ασφαλώς προϋποθέτει μια ξαφνική αποδέσμευση ενός μέρους της αριστεράς από την χιλιαστική αναμονή της έλευσης του επί γης παραδείσου, τον παραμερισμό της πρωτοκαθεδρίας της ερμηνείας των ιερών κειμένων (τα οποία, ειρήσθω εν παρόδω, αν οι συγγραφείς τους ζούσαν σήμερα θα τα έγραφαν διαφορετικά με βάση τις σημερινές συνθήκες), τον περιορισμό των αντιλήψεων κατίσχυσης επί του εσωτερικού αντιπάλου, αλλά και την εγκατάλειψη προσωπικών φιλοδοξιών, με δεδομένο τον κοινό στόχο.
Αν κάτι έχει να διδαχθεί η αριστερά από την συντηρητική παράταξη είναι ότι η τελευταία κατορθώνει πάντοτε να συσπειρώνεται, ιδιαίτερα σε δύσκολες συνθήκες, αυτός είναι εξάλλου και ο βασικός λόγος που κατορθώνει να διατηρείται στην εξουσία.
Ας μην ξεχνάμε ότι 25 χρόνια πριν, σε συνθήκες εξαιρετικά καλύτερες από τις σημερινές, το ΚΚΕ είχε συγκυβερνήσει με τη ΝΔ, εξαιτίας ενός σκανδάλου το οποίο ωχριούσε μπροστά στην έκταση αυτών που έχουν συμβεί τα τελευταία χρόνια.
Η συγκυβέρνηση των κομμάτων της αριστεράς, με βάση το ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και με τη συμμετοχή κομμάτων που δεν ανήκουν στην αριστερά, αλλά μπορούν να προσφέρουν σημαντικές υπηρεσίες σε μια κοινή κατεύθυνση, είναι η καλύτερη απάντηση της αριστεράς στις ανάγκες της ελληνικής κοινωνίας, αλλά και στην πρόταση – επιθυμία της αντίπαλης πλευράς, για ενσωμάτωση ενός μέρους της και περιθωριοποίηση του υπόλοιπου.
Σε αυτό το πλαίσιο, η δημιουργία της ΛΑ.Ε. μπορεί να έχει ένα θετικό αποτέλεσμα, τονίζοντας την ανάγκη μιας ευρύτερης συσπείρωσης των δυνάμεων της αριστεράς, με την καθεμία να διατηρεί την ιδιαίτερη φυσιογνωμία της.
Ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να προτιμήσει να συγκυβερνήσει με ΠΑΣΟΚ και Ποτάμι, παρά το γεγονός ότι έως σήμερα τα θεωρούσε, ορθώς, κόμματα της αντίπερα όχθης, τα οποία αγωνίζονται για την διατήρηση του παλαιού καθεστώτος, το οποίο θα εξοντώσει την ελληνική κοινωνία.
Τα υπόλοιπα κόμματα της αριστεράς μπορεί να προτιμήσουν την αδράνεια της αντιπολίτευσης, μέσω της επίκλησης της ιδεολογικής καθαρότητας και του ναρκισσιστικού αυτοπροσδιορισμού. Σε κάθε περίπτωση ηττημένη θα είναι η μεγάλη πλειοψηφία της ελληνικής κοινωνίας, συνηθισμένη άλλωστε από ήττες τα τελευταία χρόνια.
