Σε μελέτημα του μακρινού 1977, ξεχώρισα τη φράση: «Φορέας της σύγχρονης Ιστορίας δεν είναι οι υπερδυνάμεις που διακινούν την παγκόσμια πολιτική, με άξονα τον τρίτο κόσμο, αλλά οι λαοί που την υφίστανται»(1).
Μισό αιώνα μετά, ο άξονας στον οποίο διακινείται η παγκόσμια πολιτική επιμηκύνθηκε με τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού τρίτου κόσμου, περιμετρικά της Ευρώπης, όπου μετά την Ουγγαρία, τη Σλοβενία, την Ιταλία, στις επικείμενες εκλογές της 25ης Ιουνίου, ο ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. καλείται να ανακτήσει τις δυνάμεις του από το ισχυρό crashtest που δέχθηκε από την πρόσκρουση της απλής αναλογικής στον μικροκομματικό ατομικισμό. Λίγο μετά, τις αντοχές του θα δοκιμάσει και το ισπανικό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα που κατεβαίνει εσπευσμένα στις βουλευτικές εκλογές, επιλέγοντας έστω και ένα οδυνηρό τέλος της διακυβέρνησής του από την άνοδο της Δεξιάς και Ακροδεξιάς στην εξουσία, σε μια αναπτυγμένη Ισπανία, που, παρά την επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, παραδόξως, παρασύρεται σε εμφυλιακές διαμάχες, ενισχύοντας το ισπανικό Vox και το ΕΛΚ, μετά την άνοδο στην εξουσία της Τζ. Μελόνι, στην Ιταλία.
Το ΕΛΚ έφτασε να δίνει τη νότα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, περιορίζοντας τη δικαιοδοσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τον έλεγχο των τηλεφωνικών υποκλοπών με ευθύνη του Ελληνα πρωθυπουργού, προκειμένου να κατασιγάσει ο θόρυβος από το σκάνδαλο των παρακολουθήσεων στη χώρα μας. Και θα γίνει ακόμη πιο ισχυρό, με μια ενδεχόμενη δεύτερη πρωθυπουργία της Ν.Δ., που θα ενισχύσει τη Δεξιά και Ακροδεξιά στην ευρωπαϊκή περιφέρεια. Γιατί τρίτος κόσμος, όπου και αν εδραιώνεται, σημαίνει μετατροπή της εργασίας σε δουλεία, με όλα τα παρεπόμενα. Κανείς δεν ξεχνά ότι, με τη δεκαετή μνημονιακή κρίση στη χώρα μας, η εξαθλίωση μισθωτών και ανέργων, συνοδευόμενη από την είσοδο της Χρυσής Αυγής στο Κοινοβούλιο, υπήρξε κραυγαλέο σημάδι της ανάδειξης, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ενός στυγνού νεοφιλελευθερισμού που, μετά τους δύο Παγκοσμίους Πολέμους, την πτώση του τείχους ή το Μάαστριχτ, φανερώνει απροκάλυπτα, τώρα, το πρόσωπό του, με τη νομίμως ανεξέλεγκτη μαύρη εργασία και τη μονίμως επαπειλούμενη ανεργία σα σπάθα στην κεφαλή των εργαζομένων, καθορίζοντας τις πολιτικές εξελίξεις σε ολόκληρο τον πλανήτη, για πολλές δεκαετίες, στο μέλλον.
Το ότι οι ψηφοφόροι της Χρυσής Αυγής προσωρινά στερήθηκαν το δικαίωμα να ψηφίσουν τους εκπροσώπους τους δεν σημαίνει ότι εξέλιπαν κι αυτοί και το μίσος για τη δημοκρατία. Ο κρατικός μηχανισμός παραδοσιακά διατηρεί τη δομική βία του, με την ύπαρξη μιας κρίσιμης μάζας άσκησης ανάλογων πρακτικών, σε μια συντηρητική κοινωνία θρεμμένη με ημιμάθεια. Τα κροκοδείλια δάκρυα για τον βίαιο θάνατο του αδικοχαμένου φοιτητή Αλκη Καμπανού ή των 57 ακόμη φοιτητών στα Τέμπη που τόσο γρήγορα στέγνωσαν, κραυγάζουν ότι ο εκσυγχρονισμός της ελληνικής κοινωνίας μάλλον την έβλαψε παρά την ωφέλησε, με την ανοχή της στην αισχροκέρδεια και τη μόνιμη παρουσία ομάδων παρακρατικής βίας. Κι ενώ η ύπαρξη του νεοναζιστικού κόμματος εντός και εκτός του Κοινοβουλίου εξακολουθεί να είναι ακατανόητη για μια χώρα που αντιστάθηκε στον ναζισμό και υπέφερε από τις τραγικές συνέπειές του, δεν παύει να αποτελεί κοινωνικό φαινόμενο σοβαρού δημοκρατικού ελλείματος που χρήζει έρευνας. Γιατί, η κοινωνία, παρά την ιστορική της εμπειρία αντιδημοκρατικών πολιτικών και δικτατοριών, φαίνεται ήσυχη με την ανάδειξη ακροδεξιών κομμάτων σε ολόκληρη την Ευρώπη, παρά την πολύπλευρη κρίση που προκαλεί το ενεργειακό και ο πόλεμος της Δύσης με τη Ρωσία, με την παράφρονα διακινδύνευση μιας γενικευμένης πυρηνικής καταστροφής.
Το εκλογικό αποτέλεσμα της 21ης Μαΐου ήταν κεραυνός, αλλά όχι εν αιθρία, καθώς ΠΑΣΟΚ και ΚΚΕ επιδόθηκαν, κόντρα στην πολυπόθητη για χρόνια αναλογική, σε πόλεμο εναντίον του ΣΥΡΙΖΑ, εκμεταλλευόμενοι τη δημοσιονομική χαλάρωση που επέτρεψε στον Νεοδημοκράτη πρωθυπουργό να τη φτάσει στα 58 δισεκατομμύρια ευρώ, αυξάνοντας τις δαπάνες της Γενικής Κυβέρνησης από 45,1%, το 2019, σε 57,1% το 2020*.
Αλγεινή εντύπωση προκάλεσε η έλλειψη προβληματισμού για το τι πρόκειται να συμβεί, με ενδεχόμενη δεξιά διακυβέρνηση, και εκλιπούσα ήδη την επεκτατική δημοσιονομική πολιτική, σε μια καταχρεωμένη χώρα, με άλυτα τα επιδεινούμενα ζητήματα υγείας, παιδείας, εργασίας, υψηλής φορολόγησης των μεσαίων και των φτωχών κ.λπ. Ακόμη πιο αλγεινή εντύπωση προκαλεί η επιδίωξη του κ. Ανδρουλάκη να επαναφέρει, στις επόμενες τετραετίες, το ΠΑΣΟΚ στα πριν από μισό αιώνα εκλογικά ποσοστά του, αδιαφορώντας για τη δεύτερη σκληρή λιτότητα μιας κοινωνίας -έρμαιο στην ενδεχόμενη παντοδυναμία της Δεξιάς.
Οι εκλογές της 25ης Ιουνίου θα δείξουν αν οι ψηφοφόροι θα επιλέξουν τον κομματικό ατομικισμό των διασπασμένων αριστερών και κεντρώων δυνάμεων από το συμφέρον του λαού και της χώρας.
(1) Τα στοιχεία από το πολύ καλό άρθρο του Κώστα Μελά, στην «Αυγή» (3-4/6/2023)
* ομ. καθηγήτρια Φιλοσοφίας, συγγραφέας
