Με αφορμή την απόπειρα κοστολόγησης του προγράμματος ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. από τον αναπληρωτή υπουργό Οικονομικών, Θ. Σκυλακάκη, και την πρόταση του Κ. Μητσοτάκη για αξιολόγηση του προγράμματος και όλων των προγραμμάτων από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους (ΓΛΚ), θέλουμε να επισημάνουμε τα εξής:
● Κανένα πρόγραμμα δεν είναι τέλειο και προφανώς επιδέχεται βελτιώσεις ή προσαρμογές.
● Κάθε πρόγραμμα διέπεται εξ ορισμού από έναν βαθμό αβεβαιότητας δεδομένης της πολυπλοκότητας των εξελίξεων και των δυσκολιών πρόβλεψης, ιδιαίτερα στην εποχή της πρωτοφανούς κρίσης που ζούμε.
● Κάθε πρόγραμμα βασίζεται σε ορισμένες υποθέσεις εργασίας που αν δεν ληφθούν υπόψη ή αν αμφισβητηθούν, τότε προφανώς οδηγείται κανείς σε διαφορετικά συμπεράσματα.
● Πουθενά στον κόσμο κρατικοί θεσμοί δεν εξετάζουν και δεν αξιολογούν αναλυτικά πολιτικά προγράμματα των κομμάτων της αντιπολίτευσης. Αυτό που κάνουν είναι να αποφαίνονται συγκεκριμένα για κάθε νομοθέτημα που έρχεται προς ψήφιση στη Βουλή, όπως ακριβώς κάνει γενικά και χωρίς ιδιαίτερα αναλυτική τεκμηρίωση το ΓΛΚ στη χώρα μας.
Με βάση τα παραπάνω και δεδομένου ότι το ΓΛΚ αξιολογεί με βάση το υπάρχον νεοφιλελεύθερο πλαίσιο που έχει ορίσει η κυβέρνηση της Ν.Δ. με τον Προϋπολογισμό και το Μακροχρόνιο Πρόγραμμα Σταθερότητας 2023-2026, δεν νοείται αξιολόγηση του προγράμματος ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. από το ΓΛΚ. Για τον απλό λόγο ότι αν γίνει κυβέρνηση το κόμμα αυτό, θα μεταβάλλει και τον προϋπολογισμό και το Πρόγραμμα Σταθερότητας και θα κινηθεί βάσει διαφορετικού σεναρίου και υποθέσεων εργασίας.
Πέραν των παραπάνω, η κριτική του προγράμματος που επιχειρεί η Ν.Δ. προσκρούει σε μεθοδολογικά και ουσιαστικά εμπόδια:
1. Αναφέρεται στο κόστος των επόμενων ετών βασιζόμενος σε προβλέψεις ανάπτυξης και πληθωρισμού σαν να είναι δεδομένες, ενώ οποιαδήποτε απόκλιση από τις προβλέψεις μεταβάλλει ραγδαία και τις εκτιμήσεις κόστους.
2. Εκτιμά το κόστος της μείωσης των ΕΦΚ στην ενέργεια και στον ΦΠΑ στα τρόφιμα καθαρά μηχανιστικά χωρίς να υπολογίζει την αύξηση της κατανάλωσης και την αύξηση συνολικά της οικονομικής δραστηριότητας, που με τη σειρά της αποφέρει μεγαλύτερα έσοδα από φορολογία. Δηλαδή, δεν υπολογίζει τα επιπλέον έσοδα που αποφέρει η ανάπτυξη και ο πληθωρισμός, γεγονός που οδήγησε και στα αυξημένα έσοδα από ΦΠΑ το 2022.
3. Αδυνατεί να αξιολογήσει το αποτέλεσμα από τον άμεσο έλεγχο της ακρίβειας (ΦΠΑ, ΕΦΚ) που καθιστά μη απαραίτητα τα κάθε είδους passes, τα οποία η κυβέρνηση της Ν.Δ. έδινε ως προσωρινή ανακούφιση στους πολίτες συντηρώντας την αισχροκέρδεια με κρατικό χρήμα. Ετσι εφεξής αποδεσμεύονται πόροι για να ανακατευθυνθούν σε άλλες αναπτυξιακές πολιτικές.
4. Στατική επίσης είναι η κοστολόγηση που επιχειρεί, καθώς αγνοεί τις εξαγγελίες για τη φορολόγηση των υπερκερδών των εταιριών ενέργειας και διύλισης (6,2 δισ.) που θα χρηματοδοτήσουν σημαντικό μέρος των μέτρων του προγράμματος.
5. Δεν λαμβάνει υπόψη του ότι ο ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. θα ανακατανείμει τους πόρους του Προϋπολογισμού με βάση τις προτεραιότητες του προγράμματός του, όπως επίσης και τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας ώστε να υποστηριχθεί η αλλαγή του παραγωγικού υποδείγματος και η ανάπτυξη της οικονομίας στηρίζοντας παράλληλα την αύξηση των μισθών.
6. Αναφέρεται στο κόστος αύξησης δαπανών για υγεία και εκπαίδευση, μετρώντας λανθασμένα για δεύτερη φορά τις αμοιβές των δημοσίων υπαλλήλων που εργάζονται στους συγκεκριμένους τομείς [π.χ. οι αυξήσεις κατά 10% από 1/7/23 των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων, άρα και όσων εργάζονται στην υγεία (ΕΣΥ), αυξάνουν και τις δαπάνες υγείας ως σύνολο].
7. Λογαριάζει το συνολικό κόστος αύξησης των δαπανών για υγεία και παιδεία λαμβάνοντας το ποσοστό-στόχο (7% για υγεία και 5% για παιδεία) ως βάση για όλα τα έτη, ενώ πρόκειται μόνο για τον τελικό στόχο στον οποίο το πρόγραμμα φτάνει σταδιακά και μόνο στο 4ο έτος.
8. Αναφέρεται στο κόστος από την αύξηση του αφορολόγητου της κλίμακας του φόρου εισοδήματος, χωρίς να υπολογίζει το όφελος από την αύξηση των δηλουμένων εισοδημάτων.
9. Αναφέρεται στο κόστος των αναδρομικών των συντάξεων, παραβλέποντας την υποχρέωση που προκύπτει από τις αποφάσεις των δικαστηρίων.
10. Τέλος, καταλήγει στο λανθασμένο συμπέρασμα ότι το κόστος του προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ ανέρχεται στα 20 δισ. ετησίως ενώ αν ληφθούν υπόψη:
● τα λάθη της μέτρησης (διπλομετρήσεις),
● η παράλειψη των δευτερουσών επιδράσεων που αποφέρουν τα μέτρα στην οικονομία και
● η αυξημένη απόδοση των εσόδων από τη μη τιμαριθμική προσαρμογή της φορολογικής κλίμακας του φόρου εισοδήματος,
το κόστος των μέτρων μειώνεται σημαντικά περίπου στα 5 δισ. που εκτιμά ο ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. Αν η Ν.Δ. αποτυγχάνει να αξιολογήσει και να κοστολογήσει σωστά το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ., είναι γιατί το αντικρίζει μέσα από τους παραμορφωτικούς φακούς του δικού της προγράμματος.
