Δύο αμερικανικές οργανώσεις υπεράσπισης δικαιωμάτων κατέθεσαν αγωγή κατά της κυβέρνησης Τραμπ την Τετάρτη, υποστηρίζοντας ότι οι κυρώσεις που επιβλήθηκαν σε παλαιστινιακές οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, σε αξιωματούχους του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου (ΔΠΔ) και στην ειδική εισηγήτρια του ΟΗΕ, Φραντσέσκα Αλμπανέζε, παραβιάζουν τα δικαιώματα των Αμερικανών που προστατεύονται από την Πρώτη Τροπολογία του Συντάγματος των ΗΠΑ, η οποία κατοχυρώνει την ελευθερία της έκφρασης και του συνεταιρίζεσθαι.
Η αγωγή, που κατατέθηκε στο ομοσπονδιακό δικαστήριο του Μανχάταν, υποστηρίζει ότι το εκτεταμένο πακέτο κυρώσεων που υιοθέτησε η κυβέρνηση το 2025 είχε «βαθιά αποτρεπτική επίδραση» (chilling effect) στη δράση υπέρ των παλαιστινιακών δικαιωμάτων, αναγκάζοντας Αμερικανούς πολίτες να διακόψουν επαγγελματικές συνεργασίες και να εγκαταλείψουν δραστηριότητες που προστατεύονται συνταγματικά.
«Η κυβέρνηση Τραμπ χρησιμοποιεί το αμβλύ εργαλείο των οικονομικών κυρώσεων όχι μόνο για να τιμωρήσει υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αλλά και για να ελέγξει την πολιτική έκφραση εκατομμυρίων Αμερικανών», δήλωσε ο Ομάρ Σακίρ, εκτελεστικός διευθυντής της οργάνωσης Democracy for the Arab World Now (DAWN), με έδρα την Ουάσιγκτον, η οποία δραστηριοποιείται σε ζητήματα αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής στη Μέση Ανατολή. Η DAWN συμμετείχε στην αγωγή μαζί με τη νεοϋορκέζικη οργάνωση Taxpayer Alliance Against Genocide.
Η αγωγή, έκτασης 43 σελίδων, επισημαίνει ότι και οι δύο οργανώσεις έχουν συμβάλει στην υποβολή στοιχείων στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο σχετικά με φερόμενα ισραηλινά εγκλήματα πολέμου στη Δυτική Όχθη και τη Γάζα. Η DAWN έχει επίσης συνεργαστεί με τις τρεις παλαιστινιακές ΜΚΟ που τελούν υπό κυρώσεις, καθώς και με τη Φραντσέσκα Αλμπανέζε, ειδική εισηγήτρια του ΟΗΕ, για τη δημοσίευση ερευνών, τη διοργάνωση συνεδρίων και την άσκηση πίεσης προς Αμερικανούς νομοθέτες.
«Όλες αυτές οι δραστηριότητες αποτελούν προστατευόμενη έκφραση και ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι, που βρίσκονται στον πυρήνα της Πρώτης Τροπολογίας», αναφέρεται στην αγωγή.
Σύμφωνα με το κείμενο, εάν κάποια από τις δύο οργανώσεις συνεχίσει αυτές τις δραστηριότητες, οι Αμερικανοί εργαζόμενοί της ενδέχεται να βρεθούν αντιμέτωποι με ποινικές διώξεις και αστικές κυρώσεις βάσει του εκτελεστικού διατάγματος 14203 που υπέγραψε ο Ντόναλντ Τραμπ.
Η προσφυγή κατατέθηκε δύο ημέρες αφότου ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, απείλησε ότι η κυβέρνηση θα μπορούσε να προχωρήσει ακόμη περισσότερο από τις κυρώσεις, επιδιώκοντας ουσιαστικά τη διάλυση του ίδιου του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου.
Αρκετοί Αμερικανοί νομικοί εξέφρασαν τη στήριξή τους στον ισχυρισμό της αγωγής περί παραβίασης της Πρώτης Τροπολογίας, μεταξύ των οποίων και όσοι έχουν ήδη προσφύγει κατά της κυβέρνησης Τραμπ για παρόμοιους λόγους.
«Αναγκάστηκα να σταματήσω ορισμένες πτυχές της δουλειάς μου που αφορούσαν τη στήριξη πληθυσμών που έχουν πληγεί σε όλο τον κόσμο», δήλωσε η Ακίλα Ραντακρισνάν, διεθνής δικηγόρος ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η οποία είχε προσφύγει κατά της κυβέρνησης πέρυσι όταν εμποδίστηκε να συνεχίσει να παρέχει συμβουλευτική υποστήριξη στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο σχετικά με υποθέσεις σεξουαλικής και έμφυλης βίας.
«Οι επιθέσεις των ΗΠΑ έχουν διαταράξει ολόκληρο το οικοσύστημα της διεθνούς δικαιοσύνης, καταστρέφοντας τις προοπτικές των θυμάτων να βρουν δικαιοσύνη σε ολόκληρο τον κόσμο», πρόσθεσε.
Τόσο η αγωγή της Ραντακρισνάν στο Μέιν όσο και η νέα προσφυγή στη Νέα Υόρκη υποστηρίζουν ότι οι κυρώσεις του Τραμπ κατά του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου υπερβαίνουν τα όρια της προεδρικής του εξουσίας βάσει του νόμου περί Διεθνών Οικονομικών Εξουσιών Έκτακτης Ανάγκης (International Emergency Economic Powers Act – IEEPA). Επισημαίνεται ότι ο συγκεκριμένος νόμος εξαιρεί από τις κυρώσεις τις μη εμπορικές «προσωπικές επικοινωνίες».
«Εάν επιτραπεί στην εκτελεστική εξουσία να παρακάμπτει τόσο εύκολα τους συνταγματικούς και νομοθετικούς περιορισμούς σε αυτή την περίπτωση, τότε δεν υπάρχει σχεδόν τίποτα που να την εμποδίζει να χρησιμοποιήσει το IEEPA ως όπλο εναντίον οποιασδήποτε άποψης δεν της είναι αρεστή», αναφέρει η αγωγή.
«Ένας μελλοντικός πρόεδρος θα μπορούσε, για παράδειγμα, να κηρύξει κατάσταση εθνικής έκτακτης ανάγκης λόγω των υψηλών τιμών της ενέργειας, να επιβάλει κυρώσεις σε ξένες περιβαλλοντικές οργανώσεις που αντιτίθενται στην εξόρυξη ορυκτών καυσίμων και να αποκόψει τους Αμερικανούς ακτιβιστές για το κλίμα από τους διεθνείς συνεργάτες τους. Ο κατάλογος των πιθανών καταχρήσεων είναι ουσιαστικά ατελείωτος.»
Η αγωγή χαρακτηρίζει επίσης τις κυρώσεις «εντελώς αναποτελεσματικές» ως προς τον δηλωμένο στόχο του Τραμπ να σταματήσει τις –όπως ο ίδιος τις αποκαλεί– «αβάσιμες» διώξεις του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου.
«Η φίμωση της έκφρασης των υπερασπιστών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων δεν εμποδίζει τους εισαγγελείς του ΔΠΔ να διεξάγουν τις δικές τους έρευνες», αναφέρεται στο νομικό υπόμνημα.
Ως εναγόμενοι στην υπόθεση κατονομάζονται ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ, ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ, ο υπηρεσιακός γενικός εισαγγελέας Τοντ Μπλανς και ο διευθυντής του Γραφείου Ελέγχου Ξένων Περιουσιακών Στοιχείων (OFAC), Μπραντ Σμιθ.
«Είναι ήδη αρκετά σοβαρό ότι η κυβέρνηση Τραμπ χρησιμοποιεί έκτακτες εξουσίες για να προστατεύσει Ισραηλινούς αξιωματούχους από προσπάθειες λογοδοσίας για γενοκτονία και εγκλήματα πολέμου», δήλωσε ο Κένεθ Ροθ, πρώην εκτελεστικός διευθυντής της Human Rights Watch. «Είναι όμως κατάφωρα αντισυνταγματικό ο Τραμπ να απειλεί Αμερικανούς πολίτες και μόνιμους κατοίκους επειδή βοηθούν αυτές τις προσπάθειες.».
