Ανοίγουν τα εσωτερικά νερά της σιωπής και χύνονται τ’ άστρα της αυγής στη σκοτεινιά του νου μας. Ρέουν σαν φωτεινοί σηματοδότες της συμπαντικής νύχτας, λάμπει μέσα τους το εικαστικό και ποιητικό αριστούργημα του Χαΐνη Δ. Αποστολάκη και του Νίκου Μπράτου, «Δρακοδόντι» (εκδόσεις Καστανιώτη).
Το εν λόγω κόμικς έχει αυτοτελή εικαστική αξία ως τρόπος ζωγραφικής και εικονοποίησης συναισθημάτων χάρη στο ταλέντο του Νίκου Μπράτου, αλλά δένει αρμονικά με τον υψηλό ποιητικό λόγο του Χαΐνη, ο οποίος είναι το στιβαρό του υπόβαθρο.
Τόσο αρμονικά ώστε μέσα στην πανδημία μιας εισβολής εικόνων μέτριου και κατώτερου επιπέδου των ηλεκτρονικών μέσων και παραφθαρμένου λόγου, το αποτέλεσμα αυτής της δημιουργικής συνεύρεσης δημιουργεί έναν κανόνα σύζευξης Λόγου -Εικόνας για την υψηλή ποιότητα συναισθημάτων και πνευματικότητας, σαν αυτήν που προανήγγειλε ο φιλόσοφος Πλωτίνος. Το ποίημα του πολυτάλαντου Δημήτρη Αποστολάκη δεν είναι ένα απλό παραμύθι σερβιρισμένο ως μαντινάδα.
Είναι ένα ρωμαλέο ποίημα 109 δεκαπεντασύλλαβων στίχων, το οποίο κουβαλάει κάτι από την υψηλή έμπνευση του «Αλαφροΐσκιωτου» του μεγάλου Αγγελου Σικελιανού στις σημερινές συνθήκες της Παγκοσμιοποίησης, του τεχνολογικού ολοκληρωτισμού. Είναι ένα μαγικό ποιητικό παραμύθι με ανατρεπτικό περιεχόμενο. Χαστουκίζει το μεταμοντέρνο ψεύδος, μας βάζει στο εσωτερικό σκάψιμο προς μια πορεία αυτογνωσίας, στο κυνήγι της Αλήθειας μέχρι τον Αδη, μιας πνευματικότητας και ψυχικής ανασυγκρότησης με βάση την παράδοση και τη σύγχρονη επιστημονική και φιλοσοφική θεώρηση.
Το «Δρακοδόντι» οδηγεί με παραμυθένιο ρυθμό, μουσικότητα και ποίηση από την αρμονική ενδοσκόπηση του μικρόκοσμου στον μακρόκοσμο, στην Αρμονία του Σύμπαντος και των δημιουργημάτων που αυτό περιέχει ως ενιαία ολότητα, αυτό που έκαναν οι μεγάλες κοσμογονίες των λαών.
Ο συνεκτικός ποιητικός λόγος των 109 στίχων αποτελεί τη ραχοκοκαλιά ενός προτάγματος που όλες οι αναζητήσεις και τα ταξίδια με καζαντζακικό τρόπο, αλλά χωρίς μηδενισμό, στροβιλίζονται σε έναν μαγικό κύκλο, αυτόν της αγάπης, που δεν φθείρεται ποτέ. Γι’ αυτό το παραμύθι αρχίζει και τελειώνει με τους ίδιους στίχους. «Στου πόθου τα σκεπάσματα νύχτα μ’ αστραποβρόντι/ Εταξα στην αγάπη μου του δράκοντα τ’ αδόντι».
Ο Χαΐνης μεταπλάθει τον λόγο του Ερωτόκριτου με ποιητική μαεστρία για να διαλαλήσει την πνευματική του κοσμοαντίληψη και πάνω σε αυτό πραγματοποιεί μία πολυεπίπεδη τομή. Ιδού: «Του κύκλου τα γυρίσματα που ανεβοκατεβαίνουν» για να καταλήξουν όλες οι περιπέτειες που θα αφηγηθούν «σε μια φιλιάν αμάλαγη, με δίχως ασκημάδι». Ο άφθαρτος κύκλος της μεγάλης Αγάπης και του Καθολικού Ερωτα.
