Ιλιάς. Ραψωδία Μ`, 328 – 471.
Ο Γλαύκος άκουσε τον Σαρπηδόνα και συμφώνησε. Μπήκαν μπροστά και όρμησαν στους Αχαιούς. Πίσω ακολουθούσαν με αποφασιστικότητα οι άντρες τους από την Λυκία.
Ο Μενεσθεύς του Πετεού τ` άξιο παλληκάρι τους είδε και ταράχτηκε απ΄ την ορμή που είχαν καθώς πηγαίναν προς αυτόν στον πύργο που μαχόταν. Έψαξε στήριγμα να βρει για να τους ανακόψει κι είδε κοντά τους Αίαντες να πολεμούν σαν τίγρεις. Την ίδια ώρα έφτασε κι ο Τεύκρος να συνδράμει στον πύργο που μαχότανε οι Αίαντες οι δύο. Ο Μενεσθέας φώναζε μ` όλη τη δύναμη του αλλά κανείς δεν άκουγε στον χαλασμό εκείνο. Ο θόρυβος του πόλεμου έφτανε στα ουράνια καθώς οι άντρες φώναζαν, κτυπούσαν τις ασπίδες, κραυγές πόνου και θανάτου, αχός βαρύς, ασήκωτος στο όριο της ζωής και του θανάτου, των ζωντανών και των νεκρών. Απαίσια, αποτρόπαια θανάσιμη βοή απλωνόταν στο σύμπαν, πέφτανε τα νεαρά κορμιά στη γη άψυχα και την ίδια ώρα οι γονείς τους στις πατρίδες τους προσεύχονταν στους θεούς να τα προστατεύουν.
Οι Τρώες έξω από τις κλειστές πύλες είχαν σχηματίσει ένα δακτύλιο που κάθε λεπτό έσφιγγε όλο και περισσότερο. Ήταν θέμα χρόνου να τσακίσουν τις πύλες και να ορμήσουν μέσα στο κάστρο. Ο Μενεσθεύς έστειλε τον αγγελιοφόρο Θοώτη στους Αίαντες να τους πει να σπεύσουν πριν ο Σαρπηδών, ο Γλαύκος και οι άντρες τους εισβάλουν στο κάστρο. Αν όμως και σ` αυτούς εκεί η μάχη έχει ανάψει ας έλθει ο Τελαμώνιος κι ο αδελφός του ο Τεύκρος.
Μ`, 350. Ο κήρυκας έφυγε τρέχοντας, έφτασε στους Αίαντες και τους είπε: « Αίαντες γενναιότατοι των Αχαιών καμάρια ο Μενεσθέας σας ζητά. Βοήθεια γυρεύει, γιατί στενά τον κλείνουνε οι Λύκιοι οι άντρες. Μου είπε ακόμα να σας πω πως αν δεν πάτε όλοι τότε ας πάει ο Τελαμώνιος και ο τοξότης Τεύκρος.
Ο Αίας τ` άκουσε αυτά κι είπε στον άλλον Αία: « Αίαντα του Οιλέα γιέ, ατρόμητε στη μάχη, κράτησε άμυνα εδώ κι εμψύχωνε τους κάτω τους Τρώες να παλεύουνε με τόλμη και με θάρρος. Εγώ θα τρέξω γρήγορα στον φίλο Μενεσθέα να του συνδράμω να σταθεί απέναντι στον Γλαύκο και τον ανίκητο το γιο του Δία Σαρπηδόνα. Μόλις ξεμπλέξω με αυτούς εδώ θα τρέξω πάλι».
Έφυγε ο Αίας για τον πύργο όπου μάχονταν ο Μενεσθεύς. Ήταν μαζί του ο ετεροθαλής αδελφός του Τεύκρος, ο άριστος τοξότης, και ο Παντίος που κουβαλούσε τα τόξα του Τεύκρου. Στον πύργο όπου μάχονταν ο Μενεσθεύς είχαν αρχίσει να αναρριχώνται οι Λύκιοι σαν μαύρη λαίλαπα. Άρχισαν οι συμπλοκές σώμα με σώμα. Ο Αίας σκότωσε τον ηνίοχο του Σαρπηδόνα το γενναίο Επικλή που ανέβαινε πρώτος στον πύργο πετώντας του μια βαριά πέτρα στο κεφάλι. Τον γκρέμισε άψυχο στη γη. Η πέτρα αυτή ανήκε στην ανωδομή του πύργου και μόνο ένας τόσο δυνατός άντρας όπως ο Αίας μπορούσε να την αποσπάσει, να τη σηκώσει και να την εκσφενδονίσει. Ο Τεύκρος σκόπευσε με το τόξο τον νεαρό Γλαύκο και τον τραυμάτισε στο χέρι. Ο Γλαύκος πήδηξε από ψηλά κάτω. Δεν ήθελε οι Αργείοι να καταλάβουν πως λαβώθηκε σοβαρά. Ο Σαρπηδών λυπήθηκε για τον Γλαύκο αλλά δε σταμάτησε να μάχεται. Κτύπησε με το κοντάρι του τον Αλκμάνα το γιο του Θέστορα που έπεσε με θόρυβο που έκαναν τα άρματα του. Ο Σαρπηδών αστραπιαία ανάσυρε το κοντάρι του από τον άτυχο νέο και αμέσως μετά γκρέμισε το άνω μέρος του πύργου ώστε ν` ανέβουν ευκολότερα οι άνδρες του.
Μ`, 400. Ο Αίας και ο Τεύκρος ορμούν στον Σαρπηδόνα. Ένα βέλος του Τεύκρου τον βρίσκει στο χοντρό λουρί στο στήθος, που συγκρατούσε ψηλά την ασπίδα του. Όμως το βέλος δεν τον τραυματίζει γιατί τον προστάτεψε ο πατέρας του ο Δίας. Ο Αίας κτύπησε με το κοντάρι του την ασπίδα του Σαρπηδόνα στο κέντρο και την τρύπησε, ανακόπτοντας την ορμή του. Έκανε λίγο πίσω αλλά δεν σκέφτηκε ούτε στιγμή να φύγει. Με δυνατή φωνή είπε στους άντρες του: « Μην οπισθοχωρείτε, μόνος μου δεν μπορώ να καταλάβω αυτόν τον πύργο του τείχους και ν` ανοίξω τον δρόμο για τα πλοία των Αχαιών. Ελάτε μαζί μου. Όλοι μαζί θα τα καταφέρουμε».
Η κατάσταση βρέθηκε σε μια ισορροπία ανάμεσα στους Αχαιούς και τους Λυκίους. Ο Δίας έδωσε τη δόξα στον Έκτορα να πηδήξει πρώτος μέσα στο κάστρο των Αχαιών και είπε με βροντώδη φωνή στους Τρώες: «Τσακίστε τους γενναίοι μου , το κάστρο τους γκρεμίστε και σύρτε στα καράβια τους και πυρπολήστε τα όλα».
Οι Τρώες όρμησαν μπροστά κρατώντας τα κοντάρια και μοιάζαν με ατρόμητα τεράστια θηρία.
Μια πέτρα πήρε ο Έκτορας, μεγάλη και με μύτη που ήτανε πολύ βαριά ακόμα και δυο άντρες δεν θα μπορούσανε ποτέ ψηλά να την σηκώσουν. Κι όμως ο γιος του Πρίαμου ο Έκτορας ο μέγας τη σήκωσε από τη γη σα να `τανε πετρούλα, γιατί ο Δίας ο τρανός το βάρος είχε πάρει.
Μ`, 450. Την σήκωσε σαν πούπουλο την πύλη για να σπάσει που ήταν δίφυλλη, ψηλή διπλομανταλωμένη. Την κτύπησε στο κέντρο της και τηνέ διάλυσε όλη κι οι τάβλες της σκορπίστηκαν στο χώμα πέρα δώθε.
Όρμησε τότε ο Έκτορας μέσα στη μαύρη νύκτα και λάμπανε τα χάλκινα, όμορφα άρματα του και τα κοντάρια του τα δυο που έπαλλε στα χέρια. Κανείς δε βρέθηκε εκεί μαζί του να παλέψει γιατί όλοι σκεφτότανε να πάνε στα καράβια κι αμέσως ν` αποπλεύσουνε να σώσουν τις ζωές τους.
1*. Αρχιτέκτων. Ιστορικός Αρχιτεκτονικής. Ιστορικός Τέχνης.ορικόςτους.Αρχιτεκτονικής. Ιστορικός Τέχνης.
