Η πρόσφατη κυβερνητική τροπολογία που ψήφισε η Βουλή στην καταληκτήρια συνεδρίασή της (11.4.2023) και αποβλέπει στον νομικό αποκλεισμό του κόμματος του Ηλία Κασιδιάρη, «Εθνικό Κόμμα – Ελληνες», από τις βουλευτικές εκλογές της 21ης Μαΐου 2023, συζητήθηκε ευρέως στον Τύπο, μέσα από σχετική αρθρογραφία κορυφαίων νομικών.
Με βρίσκει, μάλιστα, σύμφωνο η επιχειρηματολογία την οποία ο Νίκος Κ. Αλιβιζάτος ανέπτυξε σε άρθρο του με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Ο αποκλεισμός δεν αντίκειται ούτε στο Σύνταγμα ούτε στην ΕΣΔΑ» (Καθημερινή, 16.4.2023). Μέχρις εδώ καλά!
Το κρίσιμο όμως ερώτημα είναι αν το πολιτικό σύστημα της χώρας μας πρέπει να περιοριστεί σε τέτοιου είδους πρωτοβουλίες προκειμένου να αντιμετωπίσει επιτυχώς και σε βάθος χρόνου την άνοδο της Ακροδεξιάς. Η απάντηση είναι προφανώς αρνητική, αφού, αν δεν εντοπιστούν και εκριζωθούν οι αιτίες που ευνοούν την κοινωνική, και πολύ πιθανόν και εκλογική, απήχηση των μισαλλόδοξων κηρυγμάτων των διαφόρων μορφωμάτων της Ακροδεξιάς, το πρόβλημα θα παραμείνει και ενδεχομένως να γιγαντωθεί στο μέλλον.
Οπως προκύπτει από έρευνες και αναλύσεις των ειδικών, δύο είναι κυρίως οι πηγές που ρίχνουν νερό στον μύλο της Ακροδεξιάς: πρώτον, το μεταναστευτικό σε συνδυασμό με την οικονομική καχεξία σε διάφορες περιοχές της πατρίδας μας και, δεύτερον, μια αντισυστημική στάση μερίδας πολιτών που δεν προκύπτει κατ’ ανάγκην από οικονομική μειονεξία τους (αλλά ευνοείται κυρίως από τον ανορθολογικό και λεκτικά βίαιο χαρακτήρα των «επιχειρημάτων» που αναπτύσσονται στον «δημόσιο διάλογο» στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης). Η ανάλυση συνήθως σταματά εδώ, δεν πηγαίνει βαθύτερα, δηλαδή στην περαιτέρω διερεύνηση των δύο προαναφερθέντων αιτιακών φαινομένων για την άνοδο της Ακροδεξιάς.
Κατ’ αρχάς, το πολιτικό σύστημα εν συνόλω δεν έχει ακόμα εντοπίσει και μελετήσει με ακρίβεια τις σημαντικές ταξικές αναδιατάξεις που επέφερε η ελληνική οικονομική κρίση χρέους (2009-2018) –που έλαβε χώρα στον απόηχο της παγκόσμιας οικονομικής ύφεσης 2007-2009- στο κοινωνικό πεδίο. Ειδικά η Κεντροαριστερά και η Αριστερά, που, ρηματικά τουλάχιστον, τάσσονται υπέρ της άμβλυνσης των οικονομικών (και λοιπών) ανισοτήτων, θα έπρεπε να είχαν ήδη χαρτογραφήσει μη αναστρέψιμες αλλαγές που λαμβάνουν χώρα στις εισοδηματικές δυνατότητες συγκεκριμένων κοινωνικών τάξεων έκτοτε.
Αν παρακολουθήσει κάποιος, για παράδειγμα, την πορεία της κτηματαγοράς τα τελευταία χρόνια και σκεφτεί ποιες θα είναι οι επιπτώσεις των όσων συμβαίνουν σε αυτήν για τις εισοδηματικές και τις εν γένει οικονομικές δυνατότητες ευρύτατων στρωμάτων του ελληνικού λαού που, παραδοσιακά, είχαν συνηθίσει να επενδύουν στην αγορά ακινήτων, τότε ίσως αντιληφθεί ότι ένας νέου είδους καπιταλισμός –αρκετά «συγγενής» προς αυτόν άλλων ευρωπαϊκών λαών ως προς την ταξική του δομή και διάρθρωση- αναπτύσσεται, πλέον, και στη χώρα μας.
Κι αν η ανεργία μπορεί να αντιμετωπιστεί με κάποια οικονομικά μέτρα, έστω προσωρινού χαρακτήρα, οι προαναφερθείσες αλλαγές φαίνεται να αποκτούν χαρακτήρα μονιμότητας. Τις ανισότητες που δημιουργούν αυτές οι εξελίξεις πρέπει να εντοπίσουν, για να προσδιορίσουν με ποιες πολιτικές θα τις αντιμετωπίσουν, η Κεντροαριστερά και η Αριστερά.
Διαφορετικά, η οικονομική δυσπραγία και η υψηλή ανεργία σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας θα εξακολουθήσουν να γεννούν αισθήματα οικονομικής υστέρησης και συνακόλουθης κοινωνικής απομόνωσης σε πολλούς συμπατριώτες μας, τα οποία θα ενισχύουν την εχθρική στάση τους απέναντι στους μετανάστες. Η εν λόγω στάση συχνότατα καταλήγει σε εναγκαλισμό των αγανακτισμένων με την Ακροδεξιά.
Αν στα παραπάνω προσθέσουμε ότι, εκτός από τις ορθές τοποθετήσεις τους σε διακηρυκτικό επίπεδο, οι ηγεσίες της Κεντροαριστεράς και της Αριστεράς δεν έχουν αποδείξει στους Ελληνες πολίτες γιατί, γενικότερα, η μετανάστευση δεν είναι «το πρόβλημα» αλλά αντιθέτως «παραμένει ένας από βασικούς μηχανισμούς της ανθρώπινης προόδου» (όπως, με στοιχεία, υποστηρίζουν οι Ιαν Γκόλντιν, Τζέφρι Κάμερον και Μίρα Μπαλαρατζάν στο υπέροχο βιβλίο τους «Αυτοί δεν είναι σαν εμάς – Το παρελθόν και το μέλλον της μετανάστευσης», ΠΕΚ, 2013), τότε αντιλαμβανόμαστε γιατί η Ακροδεξιά, με την ξενοφοβική και ρατσιστική της φρασεολογία, κερδίζει εσχάτως εκ νέου έδαφος στην πατρίδα μας.
Οσο για την υιοθέτηση αντισυστημικής στάσης εκ μέρους αρκετών Ελλήνων πολιτών, που απαξιώνουν το κοινοβουλευτικό σύστημα επειδή έλκονται από συνωμοσιολογικές θεωρίες (και όχι αναγκαία λόγω κάποιου χαμηλού βαθμού οικονομικής ικανοποίησής τους), είναι ίσως χρήσιμο να εντάξουμε το ειδικό αυτό φαινόμενο στο ευρύτερο φαινόμενο της επικίνδυνης για τον πολιτισμό μας αύξησης της επιρροής του ανορθολογισμού στη διαμόρφωση των πεποιθήσεων των πολιτών στον σύγχρονο δυτικό κόσμο (π.χ., εξηγεί, επίσης, την αντι-επιστημονική στάση πολλών ανθρώπων, σήμερα).
Ο Μάικλ Σέρμερ έχει αναλύσει αυτό το ψυχο-κοινωνικό σύμπτωμα στο βιβλίο του «Γιατί οι άνθρωποι πιστεύουν σε παράξενα πράγματα; – Ψευδοεπιστήμες, προλήψεις και άλλες πλάνες του καιρού μας», ΠΕΚ, 2006.
Καταληκτικά, αξίζει να πούμε ότι η κοινοβουλευτική δημοκρατία οφείλει να είναι ανά πάσα στιγμή έτοιμη να αντιμετωπίσει ευθέως τους εχθρούς της. Μπορεί, με τη δύναμη των επιχειρημάτων της και τις πολιτικές της, να τους απογυμνώσει ηθικά και πολιτικά. Να τους συντρίψει. Αρκεί να γίνει σοβαρή δουλειά απ’ όλους τους παράγοντες του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος, μακριά από ανούσιες κομματικές αντιπαραθέσεις, προς αυτή την κατεύθυνση.
*Αναπληρωτής καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας και Διεθνών Σχέσεων, Πάντειο Πανεπιστήμιο
