Κωστής Καζαμιάκης. 1*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Λ`, 420. Όμως δε σκιάχτηκε αυτός και με τ` ακόντιο του τον Δηοπίτη χτύπησε στον ώμο με μανία, τον Θώνα και τον Εύνομον κι ευθύς τον Χερσιδάμα. Στον Άδη τους ταξίδεψε σε μια στιγμή μονάχα.

Έπειτα σκότωσε με το κοντάρι του στον Χάροπα το γιο του Ιππάσου τον αυτάδελφο του Σώκου του λαμπρογέννητου που έσπευσε να συνδράμει τον αδελφό του. Όταν πλησίασε στον Οδυσσέα του είπε:

«Ω Οδυσσέα πολυδοξασμένε στον πόλεμο και στις στρατηγικές. Σήμερα ή θα έχεις να λες ότι σκότωσες τα δυο παλληκάρια του Ιππάσου και τους πήρες τα άρματα τους ή από το κοντάρι μου θα χάσεις τη ζωή σου».

Αμέσως ο Σώκος τον κτύπησε στη ασπίδα τη στρογγυλή. Το δόρυ τρύπησε την ασπίδα και τον θώρακα του Οδυσσέα και έφτασε στη σάρκα του όπου το σταμάτησε η Αθηνά προστατεύοντας τον αγαπημένο της ήρωα. Ο Οδυσσέας κατάλαβε ότι με θεϊκή παρέμβαση γλύτωσε τον θάνατο και είπε στον Σώκο:

« Από τη λόγχη μου αυτή θα πέσεις σκοτωμένος και γρήγορα, θε να διαβείς του Χάροντα τις πύλες. Θα πάρω εγώ τον έπαινο και την ψυχή σου ο Άδης».

Όπως ο Σώκος γύρισε την πλάτη για να φύγει ο Οδυσσέας του `μπηξε στη ράχη το κοντάρι και όλον τον διαπέρασε παίρνοντας τη ζωή του.

Λ` 450. Πάνω από το πτώμα του, είπε ο Οδυσσέας:

« Ω Σώκε γιε του Ίππασου λόγια περίσσια είπες μα τώρα κείτεσαι νεκρός στη γη εδώ της Τροίας. Δεν θα σε κλάψουν συγγενείς τα μάτια να σου κλείσουν μόνο τα όρνια που πετούν θα φάνε το κορμί σου. Εγώ αν τώρα σκοτωθώ οι σύντροφοι μου όλοι μνημείο θα μου στήσουνε η μνήμη μου να μείνει».

Ο Οδυσσέας τράβηξε το δόρυ απ` το κορμί του κι ευθύς το αίμα έτρεξε σαν ποταμού ρυάκι. Οι Τρώες τότε όρμησαν τη ζήση του να πάρουν καθώς ο μέγας Οδυσσεύς φαινόταν φοβισμένος, αδύναμος κι ανήμπορος όπως εκεί στεκόταν.

Καθώς αποχωρούσε ο Οδυσσέας με δυνατή φωνή, παρά το τραύμα του, κάλεσε τρεις φορές τους συντρόφους του να τον προστατέψουν από τους Τρώες που ορμούσαν πάνω με κραυγές και αλαλαγμούς. Ο Μενέλαος τον άκουσε και τις τρεις φορές και είπε στον Αίαντα:

«Αίαντα Τελαμώνιε, ατρόμητο λιοντάρι, άκουσα μέσα στη βοή τον θεϊκό Οδυσσέα να μας φωνάζει δυνατά πως έχει μείνει μόνος κι απάνω του ορμούν πολλοί να τον ξεκάνουν Τρώες. Πάμε να βοηθήσουμε αυτόν τον θείον άντρα».

Κινήθηκαν αμέσως προς τον Οδυσσέα τη στιγμή που οι Τρώες τον είχαν περικυκλώσει όπως οι λύκοι στα βουνά που πλησιάζουν σιγά σιγά λαβωμένο ελάφι από κυνηγό. Την ώρα που οι λύκοι είναι έτοιμοι να κατασπαράξουν το ελάφι με τα μεγάλα κέρατα εμφανίζεται θεόρατο λιοντάρι και οι λύκοι παίρνουν δρόμο έντρομοι.

Σαν λιόντας έφτασε εκεί ο Αίας ο γενναίος κι οι Τρώες σκορπιστήκανε γιατί τον τρέμαν όλοι. Όρμησε ο Τελαμώνιος και σκότωσε τον νέο γιο του Πρίαμου που Δόρυκλο ελέγαν, και έπειτα τον Πάνδοκον

τον Λύσανδρον κατόπιν, τον Πύρασον ευθύς μετά και ακόμη τον Πυλάρτην.

Ο Μενέλαος πήρε από το χέρι τον Οδυσσέα και τον βοήθησε να ανεβεί σ` ένα αμάξι που έφερε ένας ηνίοχος, ώστε να αποχωρήσει με ασφάλεια από τον τόπο των συμπλοκών ο τραυματισμένος ήρωας.

Όπως από τα βουνά κατεβαίνουν ορμητικά ρυάκια από νεροποντή του Δία και ενώνονται στον κάμπο σχηματίζοντας ποταμό που παρασέρνει πεύκα και δρυς και χώματα και πέτρες και χύνεται στο πέλαγο, έτσι σαν ποτάμι ασυγκράτητο έμοιαζε ο Αίας στην επέλαση του εναντίον των Τρώων. Ο Έκτωρ πολεμούσε σε μια άλλη θέση και δεν αντιλήφθηκε όσα έκανε ο Αίας. Ο Έκτορας είχε πάρει φαλάγγι τους Αχαιούς κι είχε γεμίσει τον τόπο αλλά και τον ποταμό Σκάμανδρο με πτώματα.

Λ`, 500. Έκτωρ βρισκόταν κοντά στους λόχους του Νέστορα και του Ιδομενέα. Η πολεμική του μηχανή φαινόταν ανίκητη. Οι κονταρομαχίες και οι μάχες με τα άρματα ήταν όλες νικηφόρες γι` αυτόν. Είχε αποδεκατίσει τις φάλαγγες των νέων πολεμιστών. Ο Πάρις που μοιραζόταν το κρεβάτι με την Ωραία Ελένη, κτύπησε με βέλος στον ώμο τον θαυμαστό γιατρό Μαχάονα.

Λαχτάρισαν οι Αχαιοί που είδαν τον γιατρό τους στον ώμο να λαβώνεται και κίνδυνος υπήρχε οι Τρώες να τον πάρουνε γιατρό αυτοί δικό τους ή να τον θανατώσουνε στης μάχης την αντάρα. Ο Ιδομενέας έσπευσε στον Νέστορα και του `πε « Πάρε σοφέ μου Νέστορα στο άρμα σου επάνω τον ιατρό Μαχάονα και πήγαινε στα πλοία. Μεγάλη θα `ναι απώλεια αν χάσουμε τον άντρα που είναι άριστος γιατρός κι όλα τα θεραπεύει. Γνωρίζει και τα βότανα που τις πληγές γιατρεύουν».

Ο Νέστορας συμφώνησε με τον Ιδομενέα και πήρε τον Μαχάονα στο άρμα του απάνω που ήταν γιος τ` Ασκληπιού θεού τρανού, σπουδαίου που την υγεία όριζε για όλους τους ανθρώπους. Τα άλογα του Νέστορα «πέταξαν» προς τα πλοία εκεί που όλοι ένιωθαν πως είν` ασφαλισμένοι.

Ο Κεβριόνης, ο ηνίοχος του Έκτορα του είπε:

«¨Εκτορα διακρίνω τον Αίαντα με την τεράστια ασπίδα του να εξολοθρεύει πολλούς από τους άντρες μας στην άλλη άκρη του πεδίου της μάχης. Σου προτείνω να σπεύσομε εκεί για να ανακόψουμε την ορμή του τρομερού Αίαντα».

Λ` 530. Κτύπησε τα άλογα με το μαστίγιο κι εκείνα έτρεχαν σαν τον άνεμο ανάμεσα στους Τρώες και τους Αχαιούς ζωντανούς και νεκρούς. Οι τροχοί του άρματος ήταν κόκκινοι από το αίμα. Ο Έκτορας αδημονούσε να φτάσει στους εχθρούς και να επιφέρει δυνατό ρήγμα στις παρατάξεις τους. Χρησιμοποιούσε όλα του τα όπλα: Κοντάρι, σπαθί, ακόμα και βαριές αιχμηρές πέτρες εξακόντιζε στους εχθρούς. Από τον Αίαντα κρατούσε μια απόσταση γιατί αυτός, ο ανίκητος πύργος των Αχαιών, ήθελε σωστή στρατηγική για να τον πλησιάσεις. Ο Δίας ο Ολύμπιος έβαλε τρόμο στην καρδιά του Αίαντα και για πρώτη φορά γύρισε τα νώτα στον εχθρό και μάλιστα κάλυψε την πλάτη του με την τεράστια ασπίδα και απομακρύνθηκε τρομαγμένος. Κάθε τόσο κοίταζε πίσω του να δει τι γίνεται όπως ένα αγρίμι που το κυνηγούν. Λ`, 550. Όπως σε μια στάνη με βόδια έχει στήσει καρτέρι ένα μεγάλο πυρόξανθο λιοντάρι και έχει επιλέξει ποιο βόδι θα κατασπαράξει αλλά στο τέλος φεύγει χωρίς να κερδίσει τίποτα αφού τα άγρια τσομπανόσκυλα και οι βοσκοί με τα κοντάρια και τις αναμμένες δάδες όλη τη νύκτα, το εμποδίζουν, έτσι και ο Αίας φεύγει μακριά, όπως το λιοντάρι, νικημένος. Ο Ευρύπυλος Ευαιμονίδης πήγε για συμπαράσταση και στάθηκε δίπλα στον Αίαντα. Έριξε το κοντάρι του στον Απισάονα Φαυσιάδη και τον άφησε στον τόπο. Θέλησε αμέσως να του πάρει φορεσιά και άρματα αλλά τον αντιλήφθηκε ο θεόμορφος Πάρις που σκόπευσε στη στιγμή τον Ευρύπυλο. Τον πέτυχε στο δεξί μηρό. Έσπασε το καλάμι του βέλους ο γενναίος Ευρύπυλος και με σερνάμενο βαρύ τραυματισμένο πόδι στρέφεται προς τους Αχαιούς φωνάζοντας να τον ακούσουν όλοι:

«Ε αρχηγοί των Αχαιών, άξιοι καπετάνιοι πρέπει να βοηθήσετε τον Αίαντα τον «πύργο» γιατί στενά τον κλείσανε οι Τρώες οι γενναίοι. Αν δεν τον βοηθήσουμε θα χάσει τη ζωή του». Οι Αχαιοί τον άκουσαν τον Ευρύπυλο και παρατάχθηκαν με έτοιμα τα ακόντια τους για να προστατεύσουν τον Αίαντα τον Τελαμώνιο που τον είδαν να καταφθάνει και να γλιτώνει τη ζωή του.

Εν τω μεταξύ ο Νέστορας με τον τραυματία Μαχάονα στο άρμα του απομακρύνθηκε προς την άκρη του στρατοπέδου κοντά στις εγκαταστάσεις του Αχιλλέα. Ο ισόθεος Αχιλλέας γνώρισε τους επιβάτες του άρματος.

Λ`, 600. Ο Αχιλλέας όρθιος στου καραβιού την πρύμνη τον πόλεμο παρατηρεί και όλα τα προσέχει. Καθόλου δεν του άρεσε των Αχαιών η ήττα. Φώναξε τον φίλο του τον Πάτροκλο τον μέγα που σαν τον Άρη έμοιαζε σε ομορφιά και ρώμη. Ο Πάτροκλος τον άκουσε και βγήκε απ` τη σκηνή του και άρχισε την ώρα αυτή ο θλιβερός χαμός του.

«Γιατί φωνάζεις Αχιλλεύ; Τι θέλεις από μένα»;

«Πάτροκλε φίλε μου καλέ αρχοντογεννημένε, έφτασε η ώρα κι η στιγμή στα πόδια μου να πέσουν οι αρχηγοί των Αχαιών να με παρακαλέσουν στον πόλεμο να κατεβώ γιατί τα βρήκαν σκούρα κι ανάγκη ανυπόφορη τους βρήκε μες στις μάχες. Μάθε από τον Νέστορα ποιος ειν` ο τραυματίας που έχει μες στο άρμα του. Μοιάζει με τον Μαχάονα, μάθε και πες κι εμένα».

Ο Πάτροκλος πήγε στα πλοία και στις σκηνές των Αχαιών να μάθει τι ακριβώς συμβαίνει. Ο Νέστορας έφτασε στη σκηνή του και ο Ευρυμέδων ξέζεψε τα άλογα. Στάθηκαν στο ακροθαλάσσι και τους κτυπούσε το θαλασσινό δροσερό αεράκι για να πάρουν μια ανάσα και να στεγνώσει ο ιδρώτας τους. τοὶ δ’ ἱδρῶ ἀπεψύχοντο χιτώνων

στάντε ποτὶ πνοιὴν παρὰ θῖν’ ἁλός· Λ`, 621-622.

Μπήκανε μέσα στη σκηνή του Νέστορα και κάθισαν σε σκάμνους. Η Εκαμήδη η ομορφομαλλούσα κοπελιά τους ετοίμασε ποτά. Ήταν κόρη του άρχοντα Αρσίνοου από την Τένεδο και δόθηκε γέρας στον Αχιλλέα όταν εκείνος άλωσε το ωραίο αυτό νησί.. Κατέληξε στον σοφό Νέστορα ως ανταμοιβή για τις σοφές συμβουλές του. Η κοπέλα ακολούθως έστρωσε όμορφο καλολαξευμένο τραπέζι με γαλάζια πόδια κι επάνω του ακούμπησε καλαθάκι χάλκινο με κρεμμύδια, ορεκτικό για το κρασί τους. Μέλι ολόξανθο, κριθαρένιο άγιο ψωμί. Ο Νέστωρ έπινε από τη χρυσή κούπα του που είχε φέρει από την Πύλο. Η μεγάλη αυτή χρυσή κούπα ήταν διακοσμημένη με πολλά χρυσά καρφιά. Είχε τέσσερα αυτιά και στο κάθε αυτί έστεκαν δύο περιστέρια.

Γεμάτη αν ήταν, άλλος δύσκολα μπορούσε να σηκώσει όμως ο γέρο Νέστορας εύκολα την έφερνε στα χείλια.

Η πανέμορφη Εκαμήδη έξυνε με τη χάλκινη ξύστρα τυρί Λ`, 640. κατσικίσιο μέσα σε κρατήρα με το κρασί από την Πράμνο. Μετά πασπάλιζε κριθαρένιο αλεύρι κι έπειτα τους κάλεσε όλους να πιούνε.

Ευφράνθηκαν και χάρηκαν κι άρχισαν να μιλάνε ώσπου στην θύρα φάνηκε ο Πάτροκλος ο μέγας πανέμορφος φαινότανε γεμάτος θεία χάρη, Λ`, 644.

1*. Αρχιτέκτων. Ιστορικός Αρχιτεκτονικής. Ιστορικός Τέχνης.