Ιλιάς, Ραψωδία Λ`, 206 – 421
Η Ίριδα η φτερωτή μιλά στον Πριαμίδη, στον Έκτορα που εκτιμούν σ` όλης της γης τα μέρη.
«Έκτορα μ` έστειλε ο Ζευς να σε διαφωτίσω πως πρέπει πια να κινηθείς τις μάχες να κερδίζεις κι εμπόδιο αξεπέραστο να βάλεις στον Ατρείδη. Μόλις εκείνος κτυπηθεί δύναμη θα σου δώσει ο Δίας ο τρισμέγιστος τους Αχαιούς να σφάξεις και πίσω στα καράβια τους εσύ να τους γυρίσεις., ώσπου να φτάσει η νυχτιά κι όλα να ησυχάσουν». Αυτά του είπε κι έφυγε η φτερωμένη Ίρις.
Ο Έκτορας στ` αμάξι του με όλα τ` άρματα του και σείοντας στα χέρια του δυο αιχμηρά κοντάρια σ` όλο το στράτευμα γυρνά κι όλους τους ενθαρρύνει να πάρουν φόρα δυνατή τους Αχαιούς να στείλουν στον ΄Άδη τον αγύριστο. ‘Οσοι γλυτώσουν γρήγορα στα πλοία να γυρίσουν κι ώσπου να φτάσει η νυχτιά να έχουνε νικήσει και τρόμο να γεμίσουνε των Αχαιών τα στήθη.
Οι Τρώες κινήθηκαν με αποφασιστικότητα εναντίον τον Αργείων που προσπαθούσαν να ανασυνταχθούν. Ο Αγαμέμνων όρμησε πάλι πρώτος με διάθεση να τρέξει παντού σε όλα τα σημεία της φονικής μάχης.
Ποιητής: Ω! Μούσες που στις κορυφές τ` Όλυμπου κατοικείτε, πείτε μου ποιος εβρέθηκε στο δρόμο του Ατρείδη του μέγα Αγαμέμνονα που σαν θεριό ορμάει;
Βρέθηκε ο Ιφιδάμας ο γιος του Αντήνορος από την Θράκη με τα χιλιάδες πρόβατα. Τα παιδικά του χρόνια ο Ιφιδάμας τα πέρασε στο σπίτι του παππού του Κισσέα. Ο νεαρός εγγονός έμεινε στον παππού του έως την ενηλικίωση και τον γάμο του με την Θεανώ την κόρη του Κισσέα. .Όμως άφησε το νυφικό κρεβάτι και έσπευσε να συμπαρασταθεί στους Τρώες με δώδεκα πλοία. Άφησε τα πλοία του στην Περκώτη και έφτασε πεζός με τον στρατό του στην Τροία.
Αυτός ήταν που βρέθηκε μπροστά στον μέγα Ατρείδη που έμοιαζε του λιονταριού που πιάνει ελαφίνα.
Βρέθηκαν ο ένας απέναντι στον άλλο. Ο Αγαμέμνων του εξακόντισε το δόρυ αλλά ο Ιφιδάμας το απέφυγε και με τη σειρά του σημάδεψε και στόχευσε τον Ατρείδη. Τον πέτυχε κάτω από τον χάλκινο θώρακα στη ζώνη όμως δεν τον τραυμάτισε. Μετά ο ασυγκράτητος Αγαμέμνων με μια σπαθιά έκοψε το κεφάλι του άτυχου νέου που έπεσε σε αιώνιο χάλκινο ύπνο.
Με μιας φύγαν τα νιάτα του, τα πλούτη, η καλή του. Έχασε το κεφάλι του και ήταν τόσο νέος.
Ο Αγαμέμνων αστραπιαία τον έγδυσε και του πήρε και όλα τα καλοδουλεμένα του όπλα μαζί με την φορεσιά του. Ο αδελφός του Ιφιδάμα, ο Κόων, γενναίος πολεμιστής, θόλωσε από τη λύπη καθώς είδε τον θάνατο του μικρότερου αδελφού.
Λ`, 250. Όρμησε με μανία πάνω στον Αγαμέμνονα και τον λάβωσε κάτω από τον αγκώνα. Η αιχμή του δόρατος του τρύπησε το χέρι. Πάγωσε ο Αγαμέμνονας από το ξαφνικό αυτό χτύπημα αφού ο Κόων τον πλησίασε πλαγίως και έτσι δεν τον αντιλήφθηκε έγκαιρα ώστε να προφυλαχτεί. Αν και το τραύμα ήταν βαρύ δεν ανέκοψε την ορμή του. Ο Κόων έσερνε το πτώμα του αδελφού του προστατευμένος από την ασπίδα του αλλά ο Αγαμέμνων βρήκε τρόπο και τον χτύπησε θανάσιμα κάτω από την ασπίδα. Ο Κόων έπεσε πάνω στον νεκρό αδελφό του και ο Ατρτείδης του έκοψε αστραπιαία το κεφάλι.
Η μοίρα ήθελε να σκοτωθούν και οι δυο γιοι του Αντήνορος από το χέρι του ασυγκράτητου αρχηγού των Αχαιών. Σαν άγριο, ανήμερο θηρίο περιφερόταν στο στρατόπεδο των Τρώων και αφαιρούσε ζωές με βίαιο τρόπο χρησιμοποιώντας τα τρομερά όπλα του, το σπαθί και το κοντάρι αλλά δεν παρέλειπε να χρησιμοποιεί ως φονικά όπλα μεγάλες αιχμηρές πέτρες που μάζευε από κάτω. Όσο η πληγή στο χέρι του ήταν ζεστή και έτρεχε αίμα δεν πονούσε τόσο. Όμως λίγο μετά τον κατέλαβαν ισχυροί πόνοι σαν τους πόνους της εγκυμοσύνης που φέρνουν οι Ειλείθυιες, οι κόρες της Ήρας στις γυναίκες την ώρα που γενούνε.
Πήδηξε στο αμάξι του κι είπε του ηνιόχου να πάνε στα καράβια τους το τραύμα να φροντίσουν. Φώναξε με τρανή φωνή να τον ακούσουν όλοι: « Φίλοι γενναίοι αρχηγοί των Αχαιών προστάτες ελάτε όλοι μας μαζί να πάμε στα καράβια αφού ο Δίας ο τρανός με λάβωσε στο χέρι και δεν μπορώ να πολεμώ τους Τρώες τους γενναίους».
Τα άλογα κάλπασαν αγέρωχα προς τα πλοία σαν να ήθελαν να προφυλάξουν τον αφέντη τους που είχε ένα βαρύ διαμπερές τραύμα στο χέρι του.
Ο Έκτορας αμέσως μόλις είδε τον Αγαμέμνονα να αποσύρεται νε πολύ δυνατή φωνή είπε:
«Ορμήστε Τρώες, Λύκιοι και Δαρδανοί μου φίλοι χωρίς τον φόβο πια του Αγαμέμνονα που πολεμούσε σαν θεριό. Τώρα είναι η σειρά μου να δοξαστώ από τον Δία. Επίθεση όλοι μαζί με του Διός τη χάρη.».
Οι Τρώες και οι σύμμαχοι χίμηξαν όλοι, όπως ορμά ο κυνηγός και τα άφοβα σκυλιά του σε αγριόχοιρο ή άλλο θήραμα. Τους οδηγούσε και τους ενθάρρυνε ο Έκτωρ που ήταν ίδιος ο Άρης, ο θεός του πολέμου. Όρμησε στη μάχη σαν καταιγίδα που τα γαλάζια κύματα σηκώνει της θαλάσσης. Σκότωνε συνεχώς προελαύνοντας χωρίς σταματημό.
Λ`,300. Εκεί ποιον πρώτο σκότωσε και ποίον τελευταίον τώρα που δίπλα του ο Ζεύς με θάρρος τον γεμίζει; Ασαίος ονομάζονταν το πρώτο του το θύμα και ακολούθως σκότωσε πολλούς και δοξασμένους πολεμιστές των Αχαιών: Αυτόνοον, Οπίτην,
Οφέλτιον, Ώρον, Αίσυμνον, Δόλοπα τον Κλυτίδην,
Αγέλαον και Ιππόνοον.
Αφού φόνευσε όλους αυτούς τους αρχηγούς χύθηκε σαν τον ανελέητο δυνατό Ζέφυρο στους οπλίτες. Και όπως ο Ζέφυρος στροβιλίζεται με θόρυβο σηκώνοντας τεράστια κύματα έτσι και ο Έκτωρ κινιόταν σαν ανίκητο αερικό σκορπώντας τον θάνατο.
Ο Οδυσσέας φώναξε μ` οργή στον Διομήδη: « Τι πάθαμε στα ξαφνικά γενναίε Διομήδη και σαν να χάθηκε μεμιάς όλη μας η ανδρεία; Έλα να εμποδίσουμε τον Έκτορα τον μέγα γιατί αλλιώς στα πλοία μας θα φτάσει να τα κάψει».
Ο Διομήδης απηλογιά δίνει στον Οδυσσέα: « Τη θέση μου θα την κρατώ, μη νοιάζεσαι για μένα. Όμως ο Δίας θέλησε τη νίκη να χαρίσει στους Τρώες και στον Έκτορα τον μέγα αρχηγό τους».
Ο Διομήδης την ίδια στιγμή που μιλούσε με τον Οδυσσέα κτύπησε με το κοντάρι του αριστερά στο στήθος τον Θυβραίο που έπεσε νεκρός από το άρμα του. Ο Οδυσσέας σκότωσε τον ισόθεο Μολίονα που ήταν ο ηνίοχος του Θυβραίου. Όρμησαν σαν κάπροι που ξεσκίζουν τα σκυλιά που τους κυνηγούν. Οι Αχαιοί αναθάρρησαν που είδαν την λυσσαλέα έφοδο του Οδυσσέα και του Διομήδη. Πήρανε ένα άρμα με τα άλογα αφού σκότωσαν τους δύο άντρες που επέβαιναν σ` αυτό. Ήταν τα αδέλφια από την Περκώτη, γιοι του Μέροπα του πασίγνωστου μάντη. Ο Μέροπας προσπάθησε να εμποδίσει τους γιους του να πάνε σ` αυτόν τον πόλεμο μα δεν τον άκουσαν, και τώρα κείτονται νεκροί από τα χέρια του Διομήδη. Οι μαύρες Μοίρες τους έσυραν στου Άδη τα παλάτια, χωρίς ζωή, χωρίς ψυχή, χωρίς τα άρματα τους και τα ωραία ρούχα τους. Όλα τα πήρε ο ασυγκράτητος Διομήδης. Ο Οδυσσέας σκοτώνει τον Ιππόδαμο και τον Υπείροχο. Ο Δίας από την κορυφή της τρωϊκής Ίδας επέβαλλε ισορροπία ανάμεσα στους αντιμαχόμενους και ισοζύγιασε τη μάχη. Ο Διομήδης κτύπησε τον Αγάστροφο Παιονίδη με το δόρυ του. Τον βρήκε να μάχεται μακριά από το άρμα του και του επέφερε θανάσιμο κτύπημα.
Ο Έκτωρ όρμησε μπροστά σαν μανιασμένος ταύρος που δεν μπορεί κανείς θνητός αυτόν να ανακόψει. Πίσω του συνταχθήκανε με βιάση όλοι οι Τρώες. Ακόμα κι ο ατρόμητος ο μέγας Διομήδης σκιάχτηκε σαν αντίκρισε του Έκτορα την όψη. Στον Οδυσσέα μίλησε και βιαστικά του είπε: « Σαν το ανήμερο θεριό έρχεται ο Πριαμίδης, σαν καταιγίδα ανίκητη μα λέω να σταθούμε εδώ εμείς ακίνητοι μαζί να κτυπηθούμε εμείς με τα κοντάρια μας κι αυτός με την ορμή του».
Λ`, 350. Είπε και το ακόντιο στον Έκτορα πετάει. Στην περικεφαλαία του τον βρήκε πάνω πάνω γιατί την ύστατη στιγμή έσκυψε το κεφάλι ο Έκτωρ ο πανέξυπνος στις μάχες καπετάνιος.
Το χάλκινο ακόντιο του Διομήδη πέταξε μακριά την χάλκινη περικεφαλαία του Έκτορα. Το θαυμαστό αυτό κράνος, δώρο του Απόλλωνα στον Έκτορα έσωσε τη ζωή του. Όμως το κτύπημα ήταν πολύ δυνατό και ο Πριαμίδης πισωγύρισε πολύ ζαλισμένος με χαμένη για λίγο την όραση του. Γονάτισε κι ακούμπησε το χέρι στη γη να πάρει ανάσα. Ο Διομήδης με βιάση έψαξε να βρει το κοντάρι του. Την ίδια ώρα ο Έκτωρ ανέκτησε τις δυνάμεις του και ανέβηκε πάλι στο βασιλικό άρμα του.
Ο Διομήδης φώναξε πολύ δυνατά στον Έκτορα:
« Σκύλε( κύον) γλύτωσες απ` τα χέρια μου στον Άδη να σε στείλω. Μια τρίχα και χανόσουν. Ο Φοίβος ο Απόλλωνας σου έσωσε τη ζήση και τα κοντάρια έστρεφε για να μη σε κτυπήσουν. Φαίνεται πως μαλάματα περίσσια του `χεις τάξει κι έτσι σου παραστέκεται γι` αυτό και ζεις ακόμα. Θα σε πετύχω σύντομα, στον Άδη να σε στείλω. Κάποιος θεός κι εμένανε θα `ρθει να βοηθήσει. Τώρα θ` αφήσω εσένανε και άλλους θα κτυπήσω».
Ο Διομήδης έγδυσε και λαφυραγώγησε τον Αγάστροφο, τον γιο του Πρίαμου. που είχε σκοτώσει πριν λίγο. Ο Πάρις της ομορφομαλλούσας Ελένης ο άντρας, την ίδια στιγμή στάθηκε πίσω από τον κίονα( στήλη) του μνημείου του Ίλου Δαρδανείου. Την ώρα που ο Διομήδης έβγαζε τον θώρακα του νεκρού Αγάστοφου και του έπαιρνε την ασπίδα και το βαρύ κράνος, αυτήν ακριβώς τη στιγμή ο Πάρις εξακόντισε το βέλος του και κτύπησε στο δεξί πόδι τον Διομήδη και καρφώθηκε η αιχμή του δίπλα στο χώμα αφού είχε διαπεράσει το πόδι του. Ο Πάρις προβαίνοντας από τον κίονα που κρυβόταν είπε γελώντας στον Διομήδη:
«Σε πέτυχα, σε λάβωσα ω τρομερέ Τυδείδη. Άδικα δε σπατάλησα το όμορφο μου βέλος. Κρίμα που δεν σε βρήκα εγώ στα απαλά αχαμνά σου και τώρα θα σε πήγαινε ο Ερμής στον κάτω κόσμο. Έτσι ανάσα θα `παιρναν όλοι στο στράτευμα μας που σε φοβούνται σαν τ` αρνιά που αντικρίζουν λιόντα».
Αμέσως του απάντησε ο μέγας Διομήδης:
« Δεν τόλμησες Αλέξανδρε να μετρηθείς στα ίσα σαν κρύφτηκες πολύ καλά πίσω απ` την κολόνα. Αλλιώς θα σ` έστελνα εγώ στο μαύρο κάτω κόσμο. Μα έγνοια σου κακόγλωσσε και τούτο δεν θ` αργήσει. Το τόξο και τα βέλη σου δεν θα σε προστατέψουν όσο κι αν είσαι άξιος τοξότης μες στους Τρώες. Στο πόδι με τραυμάτισες, μια τσαγκρουνιά μονάχα. Παιδί ή κόρη να
`ριχνε καλύτερα από σένα θα τα κατάφερναν αυτοί.. Λαγόκαρδε κατάφερες κούφια βολή να κάνεις. Δε γίνεται καημένε μου να συγκριθείς μαζί μου. Όταν κτυπώ, όποιον κτυπώ, χάνεται η ζωή του. Η γυναίκα από τον πόνο της και το βαρύ της πένθος «κατεβάζει» ξεσκίζοντας τα μάγουλα της, τα ορφανά παιδιά του θρηνούν κι ο ίδιος σαπίζει στη γη αφού τη βάψει κόκκινη με το αίμα του. Περισσότερα σαρκοβόρα όρνια τον πλησιάζουν παρά μοιρολογίστρες».
Ο Οδυσσέας έσπευσε και κάθισε δίπλα στον Διομήδη και του τράβηξε το βέλος από το πόδι. Με φρικτούς πόνους ανεβαίνει στο άρμα του και προστάζει τον ηνίοχο να τον πάει στα πλοία.
Λ`, 400.Έμεινε καταμόναχος ο Οδυσσέας αφού όλοι οι Αχαιοί είχαν φύγει προς τα πλοία τους οπισθοχωρώντας άτακτα. Σκεπτικός μονολογούσε:
« Δε θέλω να φύγω ντροπιασμένος απ` εδώ που βρέθηκα μόνος απέναντι στους Τρώες. Πάλι είναι χειρότερο να μείνω εδώ μόνος και απροστάτευτος. Θα με σκοτώσουν. Δεν έχω ελπίδα.
Όμως γιατί παιδεύομαι με τόσες μαύρες σκέψεις; Δειλός δεν είμαι σε φυγή άτακτη να ξεπέσω. Καλύτερα να μείνω εδώ να πολεμήσω μόνος κι αν σκοτωθώ σκοτώθηκα. Δεν το μπορώ να φύγω. Με φόβο εγώ την πλάτη μου στους Τρώες δεν γυρίζω».
Όσο αυτά σκεπτότανε τον πρόφτασαν οι Τρώες κι ολόγυρα τον κλείσανε όπως τον κάπρο κλείνουν οι έμπειροι οι κυνηγοί μαζί με τα σκυλιά τους.
Έτσι κι οι Τρώες όρμησαν στον διαλεχτό του Δία,
Λ`, 420, όμως δε σκιάχτηκε αυτός και με τ` ακόντιο του τον Δηοπίτη χτύπησε στον ώμο με μανία.
1*. Αρχιτέκτων. Ιστορικός Αρχιτεκτονικής. Ιστορικός Τέχνης.
