Ακούγοντας τους πολιτικούς αρχηγούς να μιλούν για την οικονομία, η αίσθηση που αποκομίζεις είναι ότι βιώνουμε ένα διάλειμμα το οποίο όταν ολοκληρωθεί όλα θα γίνουν όπως ήταν πριν από αυτό.
Μήπως όμως αυτό που ζούμε δεν είναι «διάλειμμα» αλλά μια κανονικότητα που θα διαρκέσει πολύ περισσότερο απ’ ό,τι φανταζόμαστε και οι επιπτώσεις θα είναι πολύ πιο επώδυνες από ό,τι μας λένε για να ωραιοποιήσουν την κατάσταση;
Το πρώτο στοιχείο που χαρακτηρίζει την παγκόσμια οικονομία σήμερα είναι ο υψηλός πληθωρισμός και η έκρηξη δημόσιου, εταιρικού και ιδιωτικού χρέους.
Στους ιστορικούς παραλληλισμούς με την τρέχουσα μάχη κατά του πληθωρισμού οι αναλυτές τις περισσότερες φορές αναφέρονται στις ενέργειες που πραγματοποίησε ο Paul Volcker ως απάντηση στον υψηλό πληθωρισμό της δεκαετίας του 1970 και των αρχών της δεκαετίας του 1980. Τότε, για να να μειώσει τον πληθωρισμό στα χαμηλά μονοψήφια επίπεδα που απολάμβαναν οι Ηνωμένες Πολιτείες για τα επόμενα σχεδόν 40 χρόνια, ο Volcker ανέβασε τα επιτόκια οδηγώντας δύο φορές τις ΗΠΑ σε ύφεση μεταξύ 1979 και 1982, ενώ η ανεργία εκτινάχθηκε σε επίπεδα πάνω από το 10%.
Το εξαγώγιμο κόστος από την αυστηροποίηση της νομισματικής πολιτικής των ΗΠΑ ήταν μια εκτεταμένη κρίση χρέους και πολλές χρεοκοπίες στις αναδυόμενες και αναπτυσσόμενες οικονομίες. Μεταξύ του 1981 και του 1983 το ΑΕΠ μειώθηκε κατά 2,8% στη Βραζιλία, 4% στο Μεξικό, 7,5% στη Βενεζουέλα και κατά ένα απίστευτο 16% στη Χιλή. Αλλά και στη συνέχεια η αύξηση των επιτοκίων τραυμάτισε θανάσιμα τις ευάλωτες οικονομίες.
Μεταξύ του Φεβρουαρίου 1994 και του Φεβρουαρίου 1995 η Fed αύξησε τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια κατά περίπου τρεις ποσοστιαίες μονάδες και τα μακροπρόθεσμα επιτόκια αυξήθηκαν κατά περίπου δύο ποσοστιαίες μονάδες.
Οι αυξήσεις -μαζί με εγχώριους οικονομικούς και πολιτικούς παράγοντες- οδήγησαν το μεξικανικό πέσο στην κατάρρευση προκαλώντας ύφεση στη χώρα. Το Μεξικό χρειάστηκε τελικά μια διεθνή διάσωση για να αποτρέψει τη χρεοκοπία. Η Αργεντινή επλήγη επίσης σοβαρά. Ομοίως, όταν η Fed αύξησε τα επιτόκιά της μεταξύ του Μαρτίου και του Δεκεμβρίου 2018, η Αργεντινή και η Τουρκία αντιμετώπισαν μεγάλες υποτιμήσεις των νομισμάτων τους.
Σήμερα, με τους κεντρικούς τραπεζίτες να αυξάνουν συνεχώς τα επιτόκια επικαλούμενοι την προτεραιότητα του πληθωρισμού, μια κρίση χρέους είναι πιο πιθανή από ποτέ άλλοτε. Και σε μια τέτοια προοπτική η ελληνική οικονομία κατέχει κορυφαία θέση στη λίστα των υποψήφιων θυμάτων.
Το δεύτερο στοιχείο που διαφοροποιεί την τωρινή κρίση είναι οι κυρώσεις εναντίον της Ρωσίας, οι οποίες έχουν αντίκτυπο στην παγκόσμια οικονομία και όχι μόνο. Σήμερα το αφήγημα των πολιτικών για τον πληθωρισμό εξαντλείται στο να εμφανίζεται ως το τίμημα που καταβάλλει ο δυτικός συνασπισμός προκειμένου να υπερασπιστεί τη δημοκρατία. Αλλά αυτό είναι μέρος της αλήθειας.
Για να αντιληφθούμε καλύτερα τις επιπτώσεις των κυρώσεων, είναι διδακτικό να εξετάσουμε τη χρήση τους στη δεκαετία του 1930, όταν οι δημοκρατίες επιχείρησαν με παρόμοιο τρόπο να τις χρησιμοποιήσουν για να σταματήσουν την επιθετικότητα της φασιστικής Ιταλίας, της αυτοκρατορικής Ιαπωνίας και της ναζιστικής Γερμανίας.
Το κρίσιμο σκηνικό αυτών των προσπαθειών ήταν η Μεγάλη Υφεση, η οποία είχε αποδυναμώσει τις οικονομίες και είχε φουντώσει τον εθνικισμό σε όλο τον κόσμο. Οταν ο Μουσολίνι εισέβαλε στην Αιθιοπία τον Οκτώβριο του 1935, η Κοινωνία των Εθνών εφάρμοσε ένα διεθνές καθεστώς κυρώσεων που επιβλήθηκε από 52 χώρες.
Ηταν μια εντυπωσιακή απάντηση παρόμοια με αυτήν που επιδεικνύεται ως αντίδραση στην εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία. Η οικονομική ανάσχεση της φασιστικής Ιταλίας περιόρισε την ικανότητα των δημοκρατιών να χρησιμοποιήσουν κυρώσεις εναντίον ενός επιτιθέμενου που ήταν ακόμη πιο απειλητικός: του Χίτλερ.
Ως μια μεγάλη μηχανή ζήτησης εξαγωγών για μικρότερες ευρωπαϊκές οικονομίες, η Γερμανία ήταν μια υπερβολικά μεγάλη οικονομία για να απομονωθεί χωρίς σοβαρές εμπορικές απώλειες για το σύνολο της Ευρώπης. Ο Χίτλερ εκμεταλλεύτηκε αυτόν τον φόβο για να οδηγήσει τις οικονομίες της Κεντρικής Ευρώπης και των Βαλκανίων στην πολιτική τροχιά του.
Σήμερα η εξωστρεφής και τουριστικοποιημένη ελληνική οικονομία, που δεν έχει την πολυτέλεια της επιλογής, μπορεί να γίνει και αυτή θύμα των κυρώσεων.
Και τι σχέση μπορεί να έχει το 1930 με το 2023, θα αναρωτηθείτε. Και εδώ αναδεικνύεται το τρίτο στοιχείο που κάνει το σημερινό θολό περιβάλλον μοναδικό: ο οικονομικός και γεωπολιτικός ρόλος της Κίνας.
Σήμερα είναι πλέον σαφές ότι η ανάπτυξη της Κίνας είναι απίθανο να σώσει την παγκόσμια οικονομία, όπως έκανε μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008. Αυτό ισχύει για δύο λόγους: ο ένας είναι ότι οι κυρώσεις και οι εμπορικοί πόλεμοι έχουν αλλάξει τα δεδομένα σε σχέση με το 2008.
Ο δεύτερος είναι ότι η σημερινή Κίνα ανησυχεί και η ίδια για την οικονομία της. Με μια κεντρική κυβέρνηση απρόθυμη να τονώσει την οικονομία, με τις τοπικές κυβερνήσεις να σφίγγουν το ζωνάρι και με έναν εξαγωγικό τομέα που αντιμετωπίζει αντίξοες συνθήκες, ο μόνος μοχλός ανάπτυξης που έχει απομείνει για να διατηρηθούν υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης είναι η εσωτερική κατανάλωση.
Ωστόσο η τόνωσή της είναι δύσκολη, αφού οι Κινέζοι προτιμούν να αποταμιεύουν (τα κινεζικά νοικοκυριά βάζουν στην άκρη περίπου το ένα τρίτο του εισοδήματός τους, ποσοστό που είναι υπερτριπλάσιο από το αντίστοιχο αμερικανικό) από το να καταναλώνουν. Η απελευθέρωση αυτών των αποταμιεύσεων ποτέ δεν ήταν εύκολη και σήμερα είναι ακόμα δυσκολότερη.
Ολα αυτά που αναφέρθηκαν μαζί με άλλα τόσα που παραλείφθηκαν συνθέτουν ένα τοπίο εξαιρετικά δυσμενές για οικονομίες όπως η ελληνική, που είναι εξαρτώμενες, υπερχρεωμένες και χωρίς παραγωγικές υποδομές. Και δυστυχώς οι Ελληνες πολιτικοί στις προεκλογικές τοποθετήσεις τους, αντί να μιλούν -και να προειδοποιούν- γι’ αυτές τις μείζονος σημασίας απειλές, επιλέγουν να τις αγνοούν. Και κάθε λογικός άνθρωπος αναρωτιέται: το κάνουν επειδή δεν κατανοούν ή διότι αδιαφορούν, θεωρώντας ότι η στιγμή του λογαριασμού αργεί;
*Δημοσιογράφος, συγγραφέας
