ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Σπύρος Τάγκας*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής (ο πρεσβύτερος) πίστευε ακράδαντα -αυτή ήταν κοντολογίς η πολιτική του σκέψη και γι’ αυτό προσπάθησε σε όλη τη μακρά πολιτική πορεία του- ότι αν η Ελλάδα κατάφερνε να εισέλθει στο «club» της Ευρώπης, θα έλυνε κατ’ αρχάς το… «ελληνικό πολιτικό πρόβλημα», ήγουν τη δομική αδυναμία να διάγει η χώρα ομαλό πολιτικό βίο (βρίθει η Ιστορία από σωρεία στρατιωτικών και λαϊκών κινημάτων), και επέκεινα θα έλυνε και το «αέναο οικονομικό πρόβλημα» που είχε ρίζες εξίσου παλιές.

Για τούτο επιχείρησε και προσπάθησε, άλλοτε επιτυχώς και άλλοτε ανεπιτυχώς, να διαμορφώσει εκείνες τις προϋποθέσεις για την «πάση θυσία» ένταξή μας στον όμιλο! Θα το είχε καταφέρει μάλιστα σχετικά γρήγορα -από τη δεκαετία του ’60- αν όντως δεν τον προλάβαινε για άλλη μία φορά το… «πολιτικό πρόβλημα» (!) με τις θρυλικές βασιλικές εκτροπές, την ανωμαλία και, τέλος, την εγκαθίδρυση της στρατιωτικής δικτατορίας.

Παρ’ όλο όμως που αυτή η στρατηγική ανάλυση, αντίληψη και προσπάθεια του Καραμανλή μπορεί να εξυπηρετούσε για την εποχή ένα προωθημένο πρόταγμα, τελικά η είσοδος της χώρας μας στους …«πολιτισμένους και τους ισχυρούς της Δύσης» δεν επέφερε ούτε τη λύση του «πολιτικού προβλήματος», ούτε, περισσότερο ακόμη, τη λύση του «οικονομικού προβλήματος»!

Αντιθέτως, ως φαίνεται και σήμερα, η χώρα αντιμετωπίζει τη χειρότερη φάση της στη νεότερη πολιτική ιστορία της: πολιτικά, κοινωνικά και οικονομικά έχει καταρρεύσει υπό το βάρος ενός πανίσχυρου νομίσματος (που επινόησαν όσοι έφτιαξαν την Ευρώπη) και των κελευσμάτων των δυνατών που ελέγχουν αυτό το νόμισμα, καθώς και την οικονομία που το παραγάγει.

Αν και βεβαίως το ζήτημα δεν είναι απλό, ούτε τεχνικό, αλλά έχει να κάνει με τους καιρούς, τις εποχές και τους συσχετισμούς δύναμης που αλλάζουν συνέχεια, δυστυχώς για τον γέροντα Καραμανλή το όραμά του και η όλη στρατηγική και πολιτική του στόχευση εξέβαλαν στα… «μη χειρότερα» και φαντάζουν ήδη ολότελα έωλα.

Και βέβαια εδώ τίθεται το ερώτημα: «Θα μπορούσε η Ελλάδα να επιβιώσει και να περπατήσει επί τόσα πολλά χρόνια χωρίς την Ευρώπη;» Η απάντηση, όσο σύνθετη και δύσκολη φαίνεται, είναι απλή και δίδεται επίσης μέσα από την Ιστορία: υπό σοβαρές προϋποθέσεις θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε να έχουμε μια «ειδική σχέση» (σαν αυτή της Μ. Βρετανίας -και άλλων- που εν πολλοίς λειτουργούσαν με δύο νομίσματα) και να εξυπηρετούμε μεσομακροπρόθεσμα τα δικά μας συμφέροντα και τη δική μας οικονομία.

Αντ’ αυτού εισήλθαμε, χωρίς να το ελέγχουμε απόλυτα, στον «σκληρό πυρήνα» ενός δυνατού συνασπισμού κρατών και ενιαίου νομίσματος και επιτέλους, αντί να λύσουμε το δικό μας «πολιτικό» και «οικονομικό» πρόβλημα, βρεθήκαμε να γίνουμε μέρος ενός μεγαλύτερου με ακόμη πιο βαθιές ρίζες…