Κράτος και πολιτική διακυβέρνηση, δύο έννοιες αλληλένδετες και συμπληρωματικές μεταξύ τους. Το πρώτο ως οργανωμένη πολιτική οντότητα εκφράζει και υλοποιεί, μέσω της δεύτερης, το μονοπώλιο που κατέχει στην άσκηση και χρήση της εκάστοτε νόμιμης εξουσίας.
Αυτονοήτως κοινή παραδοχή και κοινός τόπος η αναγκαιότητα ύπαρξης και των δύο, που προκύπτει και νομιμοποιείται, αν μη τι άλλο και κατ’ ελάχιστον, από το εάν και κατά πόσον οι θεσμοί αυτοί ανταποκρίνονται στην έναντι των πολιτών και της κοινωνίας εγγυητική τους λειτουργία.
Η τελευταία και καθ’ όσον αφορά την ελληνική πραγματικότητα, ωστόσο, συχνάκις δεινώς δοκιμάζεται και ευθέως αμφισβητείται, αν δεν «λάμπει διά της απουσίας της» και δεν διαψεύδεται κατά τρόπον κραυγαλέο και συνάμα τραγικό.
«Λυδία λίθος» της διαχρονικές φυσικές καταστροφές και καταστάσεις εκτάκτων και οδυνηρών συμβάντων, που αποκαλύπτουν ένα διαχρονικά και εμμόνως ελλειμματικό κράτος και φανερώνουν ότι ο «βασιλιάς» ήταν, είναι και παραμένει «γυμνός».
Παταγώδης διάψευση και απόλυτη απογοήτευση, χωρίς να έχει προηγηθεί καμία εξιδανίκευση, ακόμα και σε περιπτώσεις χωρίς τη δικαιολογία ή έστω το άλλοθι του «ακραίου του φαινομένου».
Και τέτοια, δυστυχώς, υπήρξε η περίπτωση του τραγικού σιδηροδρομικού δυστυχήματος των Τεμπών.
Μια πολύνεκρη και «ξαναπαιγμένη» σε διάφορες παραλλαγές τραγωδία, χωρίς ωστόσο και μάλλον να διαφαίνεται επέλευση, παρά την επαναληπτικότητά της, της πολυπόθητης και λυτρωτικής κάθαρσης.
Αντ’ αυτής πανομοιότυπες και βγαλμένες από το παρελθόν αντιδράσεις.
Υπερχειλίζουν στη δημόσια συζήτηση «τα θα» και «τα πρέπει».
Πλησμονή ανέξοδου υποσχετικού και διαπιστωτικού λόγου παρατηρείται από τους ταγμένους κυρίως και πρωτίστως «να αποφασίζουν και να πράττουν, να ενεργούν και όχι να παραλείπουν» τα μείζονα, σημαντικά και, δυστυχώς, αυτονόητα.
Και είναι προδήλως μείζον, σημαντικό και αυτονόητο, ασύμβατο με οποιεσδήποτε ολιγωρίες και παραλείψεις, η ασφάλεια των συγκοινωνιών, που κατατάσσεται αναμφιβόλως, μαζί με άλλα καίρια και κρίσιμα που δεν είναι του παρόντος, στον σκληρό πυρήνα της εγγυητικής λειτουργίας της συντεταγμένης πολιτείας.
Πώς είναι, αλήθεια, χαρακτηριστέα η μη ανταπόκριση της τελευταίας στην υποχρέωσή της αυτή, αν όχι ως παίγνιο «εν ου παικτοίς»;
Ασφαλώς «τα γενόμενα ουκ απογίγνονται».
Δυστυχώς «το χυμένο μαζεμένο δεν γίνεται» κατά τη λαϊκή θυμοσοφία.
Για όλα τα πράγματα υπάρχει ο σωστός χρόνος.
Είτε το θέλουμε είτε όχι, βρισκόμαστε στο «κατόπιν εορτής».
Και στον «κατόπιν εορτής» χρόνο, το μόνο πράγμα που δεν ηχεί παράταιρα είναι «η συγγνώμη».
«Δημόσια συγγνώμη» κρατικής αλλαγής «ρότας» και πολιτειακής εμπράκτου αναστροφής, που θα εγγυάται ότι το κράτος θα παύσει να απογοητεύει τους πολίτες, χωρίς να προϋποτίθεται, προκειμένου να συμβεί αυτό, να παύσουν πρώτα οι πολίτες να το εμπιστεύονται.
Ουσιαστική και ειλικρινής πάνω απ’ όλα «δημόσια συγγνώμη», αφού μόνο αυτή μπορεί να θέσει τις βάσεις αποφυγής επανάληψης «μελλοντικών προσβολών», έστω και αν έρχεται μετά βαρύτατες ολιγωρίες και παραλείψεις, αν όχι αδιαφορία.
Για το τελευταίο επιβεβλημένη, αναγκαία και, εν προκειμένω, ιδιαζόντως κρίσιμη η «καθαρτήρια» θεσμική «νέμεση».
Προς πάσαν κατεύθυνση, αδιακρίτως εμπλεκομένων προσώπων και ιδιοτήτων αυτών.
Η ποινική ευθύνη δεν επηρεάζεται θετικά ή αρνητικά, πολλώ δε μάλλον δεν αποκλείεται, από ενδεχόμενη συνύπαρξη και με ευθύνη άλλου είδους.
Περισσότερες οι ευθύνες, πλείονες κατά λόγον αρμοδιότητας και οι καταλογισμοί.
Η φράση «ερρέτω το κράτος αυτό. Τοιούτον κράτος θα ήταν εμπαιγμός της ιστορίας», δεν πρέπει να εκστομιστεί ποτέ από τα χείλη των νέων.
Γιατί αν συμβεί, δεν θα γίνει «ρητορική αδεία» αυτή τη φορά.
Και αυτό θα είναι ολέθριο.
Ιδού η μεγάλη ευθύνη του δημοκρατικού πολιτικού συστήματος, που δεν κινδυνεύει παρά μόνον από τις δικές του ανεπάρκειες, τους έμμονους «αλληθωρισμούς» του που τείνουν να καταστούν ανήκεστοι και τον κακό του εαυτό.
Η εντελής ανταπόκρισή του στην έναντι των πολιτών και της κοινωνίας εγγυητική λειτουργία του κράτους αποτελεί «όρον εκ των ων ουκ άνευ» (condicio sine qua non).
*Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου ε.τ.
