Πρώτον, το δυστύχημα των Τεμπών ήταν ένα γεγονός το οποίο, αθροιστικά με πολλές άλλες «αστοχίες», ήρθε να επανακαθορίσει τη σχέση εξουσίας και πολιτών. Δεν έρχεται από το πουθενά το αίτημα των νέων για δίκαιη μεταχείριση, ίσες ευκαιρίες και μερίδιο στα κοινωνικά οφέλη και στην ανάπτυξη. Δεύτερον, από τη στιγμή που πολλοί κατανοούν ότι είναι πολίτες και όχι υπήκοοι, το αίτημα για την υπεράσπιση των δημόσιων αγαθών τίθεται πλέον ψηλά στις κοινωνικές και πολιτικές προτεραιότητες.
… τω δε ψευδεί ταχύ διαφωνεί ταληθές. | Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια Α’, 1098Β
Οταν κάποιος λέει «αναλαμβάνω την ευθύνη εκ μέρους του πολιτικού συστήματος», σημαίνει ότι, ως επικεφαλής εκτελεστικός και ερμηνευτικός «αίρων τις χρόνιες αμαρτίες», εκφράζει τη βούληση και τις αποκρυσταλλώσεις ή, έστω, τις συνεκτικές αντιλήψεις του όλου πολιτικού συστήματος για το περιεχόμενο της αμαρτίας. Βέβαια, περιεχόμενο της αμαρτίας δεν υπάρχει. Ούτε θα μπορούσε να υπάρχει στην πολιτική, παρά μόνο δόγματα και ιδεοληψίες για το τι είναι αμαρτία και τι όχι. Πολύ περισσότερο, δεν υπάρχει περιεχόμενο με τους όρους ευνοιοκρατίας υπέρ των λίγων και κατεδάφισης του κοινωνικού κράτους (και του Κράτους Δικαίου) για τους πολλούς. Στην πραγματικότητα, αυτοί ήταν οι όροι με τους οποίους ασκήθηκε την τελευταία τετραετία η εξουσία από το ιδιαίτερο επιτελικό σύστημα Μητσοτάκη.
Εάν σήμερα μιλούσαμε με όρους της κλασικής πολιτικής επιστήμης, για να αναλάβει κάποιος αυτή την ευθύνη θα πρέπει να είναι strongman (ισχυρός) και όχι straw-man (αχυράνθρωπος) που προσπαθεί να κρυφτεί πίσω από έναν… σταθμάρχη. Ομως, όπως ψιθυρίζουν πλέον αρκετοί τόσο στο κόμμα της Ν.Δ. όσο και σε κύκλους της δημοσιογραφίας, ο κ. πρωθυπουργός έχει χάσει κάθε μέτρο. Η επιτελικότητα έχει αποτύχει και οι εμπνευστές της προσπαθούν να κρυφτούν. Κατά συνέπεια η «μάχη κατά του αναχρονιστικού κράτους» επίσης έχει χαθεί, γιατί εκφραστής του αναχρονιστικού κράτους είναι εκείνος που υποτίθεται θέλει να δώσει τη μάχη.
Θυμηθείτε ότι τον Ιούνιο του 2019 ο κ. Μητσοτάκης, υποτίθεται, είχε εγγυηθεί την ενότητα, την ασφάλεια και την ευημερία όλων των Ελλήνων. Ούτε ενότητα κατάφερε να πετύχει, διότι πολιτεύτηκε με άνισους και άδικους όρους αντιπολιτευόμενος την αντιπολίτευση. Ούτε την ασφάλεια κατάφερε να εξασφαλίσει όπως αποδείχθηκε σε πλείστες περιπτώσεις. (Λόγου χάρη, ο Βαρουφάκης δέχθηκε την επίθεση μόλις 50 μέτρα από τις υπερ-φρουρούμενες λαμαρίνες στα Εξάρχεια.) Ούτε την ευημερία όλων των Ελλήνων κατάφερε να πετύχει, αφού με βάση τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ σχεδόν ένας στους τρεις Ελληνες (ποσοστό 28,3%) αντιμετώπισε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού το 2021, με το σχετικό ποσοστό να είναι αυξημένο κατά 0,9% σε σχέση με το προηγούμενο έτος και με τις προβολές να παραμένουν ζοφερά και ανησυχητικά ανοδικές.
Ο χρόνος λειτουργεί ανάποδα μετά το τραγικό δυστύχημα. Η κυβέρνηση θα πάει στις εκλογές με πολλά μέτωπα ανοικτά. Η έννοια της διαχρονικότητας και της διάχυσης των ευθυνών που προβάλλει η ομάδα γύρω από τον κ. πρωθυπουργό είναι ένα υποκριτικό damage control. Ομοίως, το θέμα της «αξιολόγησης» τη στιγμή που μπαίνει και με τον τρόπο που μπαίνει στον δημόσιο διάλογο είναι υποκριτικό. Ομως, μιας και εισέρχεται στο πεδίο της πολιτικής αντιπαράθεσης και χρησιμοποιείται ως αντίδοτο για κάθε δηλητήριο μικροπολιτικής, ας ξεκαθαρίσουμε και τούτο. Η διαχρονικότητα δεν είναι κάτι αόριστο. Αφορά τους πάντες και, επιπλέον, θέτει αυστηρές προδιαγραφές. Η Χάνα Αρεντ το είχε πει αλλιώς: «Το πρόβλημα με τα ψέματα και την εξαπάτηση είναι ότι η αποτελεσματικότητά τους βασίζεται εξ ολοκλήρου σε μια σαφή αντίληψη της αλήθειας την οποία γνωρίζει και επιθυμεί να αποκρύψει ο ψεύτης και ο απατεώνας». Συνεπώς, όποιος επικαλείται διαχρονικότητα και διάχυση, σημαίνει ότι ήξερε και ξέρει. Εδώ όμως, σύμφωνα με τον κυβερνητικό εκπρόσωπο, «δεν είχε μεταφερθεί στον πρωθυπουργό η εικόνα του χάους». Θλιβερή επανάληψη της ίδιας υποκρισίας του που είχε ακουστεί το καλοκαίρι στο σκάνδαλο των υποκλοπών (μαζί με τη διαχρονικότητα της κακοδιοίκησης της ΕΥΠ κ.λπ. και των έμμονων παραβιάσεων του απορρήτου των συνομιλιών): «Εάν το γνώριζα δεν θα επέτρεπα να συμβεί». Η γύμνια της κυβέρνησης και του «επιτελικού κράτους» είναι προφανής.
Οι πολίτες έχουν πλέον βάσιμες υποψίες ότι εάν μερικοί της κυβέρνησης αποφασίσουν να πάνε μέχρι τη Γλυφάδα με τις μαζικές συγκοινωνίες (τις οποίες χρησιμοποιούν καθημερινά εκατοντάδες χιλιάδες συμπολίτες τους), μάλλον θα χαθούν. Οσο για τη διαχρονικότητα, μπορούμε να τη δούμε -λίγο διαχρονικά- με τον τρόπο του Γ. Σεφέρη: «Η βλακεία, η εγωπάθεια, η μωρία, η γενική αναπηρία της ηγέτιδας τάξης στην Ελλάδα σε φέρνει στην ανάγκη να ξεράσεις (…). Είμαι βέβαιος πως τούτοι οι ελεεινοί δεν αντιπροσωπεύουν τη ζωντανή Ελλάδα» («Ημερολόγιο», 1945).
