Η συγγνώμη που εξέφρασε ο πρωθυπουργός κ. Μητσοτάκης, στον απόηχο της τραγωδίας των Τεμπών, ανακινεί τη γενικότερη συζήτηση που υπάρχει σε διεθνές επίπεδο, αναφορικά με την έννοια της δημόσιας συγγνώμης, όταν αυτή εκφέρεται από κρατικούς θεσμούς σε περιπτώσεις όπου η διαχρονική και εκτεταμένη «θεσμική αδικία» προξενεί σε μεγάλες ομάδες του πληθυσμού μη αναστρέψιμη, διαγενεακή και συλλογική βλάβη. Η συζήτηση αυτή είναι τόσο εκτεταμένη και σύνθετη, ειδικά στο πλαίσιο της αναψηλάφησης της πολιτικής ιστορίας, που έχει οδηγήσει αρκετούς μελετητές να περιγράφουν την εποχή μας ως «εποχή της δημόσιας συγγνώμης» (Age of Apology).
Τα τελευταία χρόνια, ένα σημαντικό μέρος και της δικής μας ερευνητικής εργασίας στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής και στο Πανεπιστήμιο του Εσεξ εξετάζει το ζήτημα της δημόσιας συγγνώμης. Η ερευνητική μας ομάδα, εστιάζοντας κυρίως στην παιδική προστασία, μελετάει όλες τις περιπτώσεις στις οποίες οι κρατικοί θεσμοί έχουν εκφέρει δημόσια συγγνώμη, δίνοντας βάση τόσο στον χρόνο και τον τρόπο που αυτή εκφέρεται όσο και στις ενέργειες προς αποκατάσταση της βλάβης. Κατά την τελευταία δεκαετία, μελετήσαμε επισταμένως τις περιπτώσεις Αυστραλίας, Νέας Ζηλανδίας, Ν. Αφρικής, Καναδά, Χιλής, Κολομβίας, Αργεντινής. Επισκεφθήκαμε κάποιες από αυτές τις χώρες και μιλήσαμε τόσο με κοινότητες που βίωσαν τη θεσμική αδικία όσο και εκπροσώπους της εκτελεστικής εξουσίας.
Μάλιστα, στο τελευταίο μας βιβλίο, που θα δημοσιευθεί τον Μάιο από την Policy Press, αποπειραθήκαμε να αναπτύξουμε και μια τυπολογία της δημόσιας συγγνώμης. Κατατάξαμε όλες τις καταγεγραμμένες περιπτώσεις σε ομαδοποιήσεις οι οποίες ορίζονται στο φάσμα ενεργειών που αναπτύσσονται μεταξύ των αρχών της επανορθωτικής δικαιοσύνης (restorative justice) και της ανταποδοτικής δικαιοσύνης (retributive justice). Η πρώτη εστιάζει κυρίως στην επανόρθωση και την αποκατάσταση της αδικίας, ενώ η δεύτερη προτάσσει την τιμωρία και τον παραδειγματισμό.
Δεν είναι σπάνιο οι κρατικοί θεσμοί να εμφανίζονται διστακτικοί στη δημόσια συγγνώμη, φοβούμενοι την αναγνώριση των ευθυνών που μια τέτοια κίνηση μπορεί να συνεπάγεται και ανησυχώντας για την έκταση επανορθωτικών ενεργειών που απαιτούνται.
Ομολογώ όμως πως το κείμενο της συγγνώμης που συνέγραψε ο πρωθυπουργός στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (!) αποτελεί πρωτοφανή στην ασυνέπειά της περίπτωση επικοινωνιακής χορογραφίας και αδυνατώ να την κατατάξω σε οποιαδήποτε κατηγορία της παραπάνω τυπολογίας. Δεν είναι μόνο ότι εκφέρεται ως «μη συγγνώμη», αλλά κυρίως με προβληματίζει πως δεν διαθέτει κανένα από εκείνα τα χαρακτηριστικά που θα την καθιστούσε, έστω και από την οπτική της σημειολογίας, συνεπή.
Η δημόσια συγγνώμη έχει αξία μόνο όταν:
α) εκφράζεται με σαφήνεια, σοβαρότητα και σεβασμό
β) εκφέρεται σε χώρο με θεσμική ή κοινωνική βαρύτητα
γ) αναγνωρίζει χωρίς περιστροφές την ευθύνη της εκτελεστικής εξουσίας
δ) δίδει κεντρικό ρόλο στις κοινότητες των θυμάτων κατά τη διαδικασία της αναζήτησης της αλήθειας
ε) αποτελεί τη βάση ουσιαστικής θεσμικής και κοινωνικής αλλαγής
στ) αναπτύσσει ένα σαφές (και μετρήσιμο) σχέδιο αλλαγής και αποκατάστασης.
Το κείμενο του πρωθυπουργού αποτυγχάνει να ανταποκριθεί σε όλες τις παραπάνω προϋποθέσεις. Δεν εγγυάται ούτε επανόρθωση αλλά ούτε και απόδοση δικαιοσύνης. Δεν εμπεριέχει τον απαιτούμενο σεβασμό προς τα θύματα και την κοινωνία, αλλά ούτε και ειλικρινή μεταμέλεια. Δεν εκφέρεται με τη θεσμική βαρύτητα που απαιτούν οι περιστάσεις, αλλά δημοσιεύεται πρωτογενώς στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Το «ποστ» του πρωθυπουργού κ. Μητσοτάκη καταγράφεται ιστορικά, πολιτικά και επιστημονικά ως, σπάνια στη μορφή και την εκφορά της, καρικατούρα δημόσιας συγγνώμης, πρωτοφανούς για την ασυνέπειά της σε διεθνές επίπεδο. Είναι προφανές δε, πως όχι μόνο δεν εκκινεί τη διαδικασία αποκατάστασης της αδικίας για τις οικογένειες των θυμάτων (και την κοινωνία γενικότερα) αλλά επιδεινώνει τη βλάβη, τον θυμό και τη ματαίωση.
* καθηγητής Κοινωνικής Εργασίας στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής, διευθυντής του Κέντρου Ερευνας Κοινωνικών και Ανθρωπιστικών Κρίσεων
