Ανείπωτη θλίψη προκαλεί το δυστύχημα στα Τέμπη. Οι συνθήκες θανάτου δεκάδων συμπολιτών -κυρίως νέων ανθρώπων- βυθίζουν στο πένθος τη χώρα. Ουδείς ανθρώπινος νους μπορεί να συλλάβει το μέγεθος αυτής της τραγωδίας. Και πώς ένα διαδικαστικό ταξίδι μετατράπηκε σε εκατόμβη νεκρών. Πώς το «θα τα πούμε μόλις φτάσω» έμεινε βουβό και ανεκπλήρωτο.
Οι ευθύνες είναι αυτή τη στιγμή μια δύσκολη κουβέντα. Που συνήθως στην Ελλάδα, όπως και σε αυτή την περίπτωση, αναζητούνται «κατόπιν εορτής». Το φρικιαστικό καθήκον της ταυτοποίησης θυμάτων που παραμορφώθηκαν μέσα σε συνθήκες πυρακτωμένης κόλασης κάνει κάθε ανθρώπινη λογική να σταματάει.
Κι όμως, η ανθρώπινη ηθική ευθύνη των πολιτών μιας ευνομούμενης πολιτείας εκεί οφείλει να εστιάσει. Στο πώς είναι δυνατόν ένα σύγχρονο κράτος να εναποθέτει την κυκλοφορία μεγάλων συρμών στα χέρια ενός σταθμάρχη, τη στιγμή που υπάρχουν ψηφιακά συστήματα ικανά να εντοπίσουν με χειρουργική ακρίβεια την πορεία μιας εντολής από κατάστημα εστίασης.
Και το περίεργο είναι πως η ιστορία των σιδηροδρόμων στην Ελλάδα έχει σημαδευτεί μόνο από οδυνηρές αναμνήσεις. Αναμνήσεις που γυρίζουν πίσω στο μακρινό 1835, όταν και έγιναν οι πρώτες συζητήσεις για τη δημιουργία μιας τέτοιας υποδομής. Βέβαια οι συνθήκες δεν ήταν καθόλου ώριμες, καθώς οι δυσκολίες ήταν αξεπέραστες. Το νεαρό ελληνικό κράτος είχε σοβαρότερα προβλήματα, τα κονδύλια δεν επαρκούσαν, η εσωτερική αγορά αδυνατούσε να εγγυηθεί τη βιωσιμότητα του μέσου, ενώ οι θαλάσσιες συγκοινωνίες παρέμεναν κατά πολύ πιο συμφέρουσες και ανταγωνιστικές.
Ο Χαρίλαος Τρικούπης όμως, κυρίως την περίοδο 1882-1892, ήταν εκείνος που είχε οραματιστεί τη δημιουργία ενός αξιόπιστου δικτύου, που θα συμβόλιζε την αναπτυξιακή πορεία που εκείνος ήθελε να προσδώσει στη χώρα. Η υλοποίησή του όμως ολοκληρώθηκε μόλις… το 1909(!) με αποτέλεσμα όταν κατασκευάστηκε να είναι ήδη απαρχαιωμένο σε σχέση με τους διεθνείς συρμούς της Ευρώπης -με τους οποίους αδυνατούσε να συνδεθεί- και να παραμείνει αποκλειστικά για εσωτερική κυκλοφορία. Καταδικασμένο στην υποβάθμιση και την περαιτέρω επενδυτική αποχή αφού ο κύριος μέτοχος ήταν το κράτος. Οι ιδιώτες είχαν έγκαιρα εντοπίσει τις ανύπαρκτες επενδυτικές του αποδόσεις.
Χρησίμευσε βέβαια στον γρήγορο ανεφοδιασμό του Ελληνικού Στρατού στις νικηφόρες μάχες που έδωσε στις αρχές του 20ού αιώνα μέχρι το έπος του 1940. Φροντίζοντας με ακεραιότητα και για την επιστράτευση των Ελλήνων στρατιωτών, όπου αυτοί κλήθηκαν να πολεμήσουν για την πατρίδα. Τις τελευταίες δεκαετίες όμως, η επίκλησή του αφήνει μόνο πικρή γεύση. Επέκταση δικτύου, ιδιωτικοποιήσεις, όργια πελατειακών προσλήψεων «έντυσαν» τα ελληνικά τρένα με τα πιο μελανά χρώματα.
Αφήνοντας πίσω μια συντετριμμένη χώρα, την εποχή της 4ης Βιομηχανικής Επανάστασης, να μοιρολογάει τα παιδιά της. Ρίχνοντας το φταίξιμο στην «κακιά ώρα».
* Iστορικός, εργάζεται στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση
