Σήμερα ο κόσμος βιώνει σημαντικές διαρθρωτικές αλλαγές που ενώ στην αρχή φαίνονταν ότι θα ήταν προσωρινές και γρήγορα αναστρέψιμες, τώρα δεν είναι λίγοι εκείνοι που πιστεύουν ότι θα διαρκέσουν περισσότερο από τον τρέχοντα οικονομικό κύκλο, θα συνοδεύονται από πολύ πόνο και ακόμα περισσότερες θυσίες και θα καταλήξουν καταστρέφοντας τις υπάρχουσες δομές.
Αυτό που συμβαίνει σήμερα θα μπορούσε κάποιος να το χαρακτηρίσει ως την τέλεια καταιγίδα:
– ο πληθωρισμός εκτοξεύτηκε στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων δεκαετιών,
– οι γεωπολιτικές εντάσεις προκάλεσαν έναν πολυμέτωπο οικονομικό πόλεμο,
– οι διαταραχές στην αλυσίδα εφοδιασμού επιμένουν,
– η αύξηση των επιτοκίων προετοιμάζει το έδαφος για μια αγνώστων διαστάσεων κρίση ιδιωτικού και δημόσιου χρέους.
Το νέο οικονομικό περιβάλλον χαρακτηρίζεται από τρία στοιχεία:
Πρώτον, η οικονομία μετατοπίστηκε από την ανεπαρκή ζήτηση στην ανεπαρκή προσφορά.
Δεύτερον, η πολιτική της απεριόριστης ρευστότητας από τις κεντρικές τράπεζες εγκαταλείπεται.
Τρίτον, η αυτονόμηση των χρηματοπιστωτικών αγορών ενισχύεται.
Οι αλλαγές αυτές είναι πιθανό να προκαλέσουν ακόμα μεγαλύτερη αβεβαιότητα, καθώς οι κλυδωνισμοί θα είναι πιο συχνοί και πιο βίαιοι.
Τα τελευταία χρόνια έχουν σημειωθεί σειρά από εξαιρετικά απίθανες, αν όχι αδιανόητες, παγκόσμιες οικονομικές και χρηματοπιστωτικές εξελίξεις. Βγαίνοντας από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2007-8 οι περισσότεροι οικονομολόγοι απέδωσαν την ευθύνη για την υποτονική οικονομική ανάπτυξη στην έλλειψη ζήτησης. Οι μεγάλες κεντρικές τράπεζες κατέβασαν τα επιτόκια στο κατώτατο όριο και διοχέτευσαν τεράστια ποσότητα ρευστότητας στις αγορές.
Η πανδημία έκανε φανερό ότι η διάγνωση ήταν εσφαλμένη. Για την οικονομία το πραγματικό πρόβλημα δεν ήταν η ζήτηση αλλά η προσφορά και αυτό έγινε φανερό όταν ξέσπασε η πανδημία και η παγκόσμια οικονομία αναγκάστηκε να σταματήσει ξαφνικά.
Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία και η επιδείνωση των εντάσεων μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κίνας πρόσθεσαν νέα «βάρη» στο μοντέλο της παγκοσμιοποίησης. Οι κυρώσεις στο εμπόριο, στις επενδύσεις και στις πληρωμές συρρίκνωσαν το «παγκόσμιο», μετέτρεψαν την «εξωστρέφεια» σε «εσωστρέφεια» ενισχύοντας τις πολιτικές αυτάρκειας (σε επίπεδο συνασπισμού) και επιτάχυναν τον βιομηχανικό επαναπατρισμό σε φιλικές χώρες και κοντινές χώρες.
Και ενώ οι εξελίξεις αυτές για τους περισσότερους μεταφράζονταν σε άγχος, ανησυχία και αγωνία, οι διαχειριστές περιουσιακών στοιχείων, τα ιδιωτικά επενδυτικά κεφάλαια και τα αμοιβαία κεφάλαια αντιστάθμισης κινδύνου παρήγγειλαν «θησαυροφυλάκια» για να κρύψουν τα κέρδη που θα τους απέφερε η νέα κατάσταση. Οι περισσότεροι οικονομολόγοι συχνά «ξεχνούν» να περιλάβουν τα κερδοσκοπικά κεφάλαια στην οικονομική συνάρτηση. Η πραγματικότητα είναι ότι μετά την κρίση χρέους (τοξικά στεγαστικά και ευρωπαϊκός Νότος) οι πολιτικές ηγεσίες, αντί να περιορίσουν τις χρηματοπιστωτικές αγορές, κατάργησαν περιοριστικές ρυθμίσεις και έκλεισαν ακόμα περισσότερες ασφαλιστικές δικλίδες που περιόριζαν την ασυδοσία τους. Για να διευκολύνουν τους τραπεζίτες και τα funds, φρόντισαν να καταλήξει στα ταμεία τους η μερίδα του λέοντος από τη ρευστότητα που διοχέτευαν οι κεντρικές τράπεζες και οι κυβερνήσεις.
Φυσικό επακόλουθο της πολιτικής αυτής ήταν ο χρηματοπιστωτικός τομέας να αποσυνδεθεί -ακόμα περισσότερο- από την πραγματική οικονομία. Οι πλούσιοι, οι οποίοι κατέχουν τη συντριπτική πλειονότητα των περιουσιακών στοιχείων, έγιναν πλουσιότεροι και οι αυτονομημένες αγορές, ανεξέλεγκτες, μετατράπηκαν σε πολιτικό παράγοντα που οι πολιτικοί δεν μπορούν να αγνοούν.
Η επιστροφή του πληθωρισμού αποκάλυψε την εγκληματική διάσταση της πολιτικής των απελευθερωμένων αγορών. Στις προηγούμενες κρίσεις οι κυβερνήσεις και οι κεντρικές τράπεζες καλούνταν να μειώσουν τον πληθωρισμό, χωρίς να βλάψουν την οικονομική ανάπτυξη και την απασχόληση. Η τωρινή όμως διαφέρει από τις προηγούμενες, καθώς οι πολιτικές ελίτ και οι κεντρικοί τραπεζίτες θα πρέπει ταυτόχρονα:
– να μειώσουν τον πληθωρισμό,
– να προστατεύσουν την ανάπτυξη και την απασχόληση και
– να διασφαλίσουν τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.
Αυτές οι μεγάλες διαρθρωτικές αλλαγές εξηγούν σε μεγάλο βαθμό γιατί η ανάπτυξη επιβραδύνεται στο μεγαλύτερο μέρος του κόσμου, ο πληθωρισμός παραμένει υψηλός, οι χρηματοπιστωτικές αγορές είναι ασταθείς και η άνοδος των επιτοκίων έχει προκαλέσει πονοκεφάλους σε πολλές χώρες. Δυστυχώς τα νέα δεδομένα μπορεί να σημαίνουν επίσης ότι τα παγκόσμια οικονομικά και χρηματοπιστωτικά αποτελέσματα θα είναι όλο και πιο δύσκολο να προβλεφθούν με υψηλό βαθμό σιγουριάς.
Σήμερα όλο και περισσότεροι αντιλαμβάνονται ότι η κρίση χτύπησε ένα οικονομικό σύστημα που ήταν ήδη υπό πίεση εξαιτίας των πολιτικών που επέβαλλαν οι ελίτ. Υποστηρίζουν ότι το οικονομικό μοντέλο της Θάτσερ, σύμφωνα με το οποίο οι κεφαλαιαγορές έπρεπε να είναι λιγότερο ρυθμισμένες και πιο παγκόσμιες, οι αγορές εργασίας πιο ευέλικτες, το εμπόριο πιο ελεύθερο, οι κοινωνικές δαπάνες λιγότερες, η φορολογική πολιτική πιο φιλική στον πλούτο, έφτασε σε πολιτικό και κοινωνικό αδιέξοδο. Εμβληματικοί οικονομικοί οργανισμοί, όπως το ΔΝΤ και η Παγκόσμια Τράπεζα, παραδέχονται ότι η απελευθέρωση του εμπορίου μείωσε το βιοτικό επίπεδο και διεύρυνε τις ανισότητες, οι συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου ήταν καταστροφή, τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία εξελίχθηκαν σε μόνιμη απειλή για την επόμενη φούσκα και προειδοποιούν για τα επερχόμενα αδιέξοδα.
Μπορεί η επικράτηση των νεοφιλελεύθερων οικονομικών να οδήγησε, σύμφωνα με τη διατύπωση του Φράνσις Φουκουγιάμα, στο «τέλος της Ιστορίας», αλλά επειδή η Ιστορία «συνεχίζεται» το πιο πιθανό είναι ότι οι τωρινές εξελίξεις σηματοδοτούν το «τέλος μίας ιστορίας» και την αρχή μίας άλλης. Ο Joseph Schumpeter χρησιμοποίησε την έκφραση «δημιουργική καταστροφή» για να περιγράψει τη διαδικασία αλλαγής του οικονομικού και πολιτικού status. Για κάποιους η «καταστροφή» είναι ταυτόσημη του «καινούργιου», για τους περισσότερους όμως η λέξη αυτή υποδηλώνει «κερδισμένους και χαμένους», «θύματα και θύτες», «πρωταθλητές και ουραγούς». Επίσης η λέξη «δημιουργική», που προέρχεται από τη «δημιουργία», περιγράφει το αποτέλεσμα, αλλά δεν το αξιολογεί.
Θα περίμενε κανείς ότι οι πολιτικές δυνάμεις που αντιτίθενται στις ανισότητες τις οποίες προκάλεσε η εφαρμογή των νεοφιλελεύθερων οικονομικών θα είχαν αποδυθεί σε έναν αγώνα για να ερμηνεύσουν τις αλλαγές και να αποτρέψουν τις ακόμα μεγαλύτερες καταστροφές για τη μεσαία τάξη και τους πιο ευάλωτους ανθρώπους. Αντί γι’ αυτό επέλεξαν να σιωπούν. Αδιαφορία; Ανεπάρκεια; Συμβιβασμός;
*Δημοσιογράφος, συγγραφέας
