Αναλαμβάνοντας τα καθήκοντά του ως πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, ο Μπαράκ Ομπάμα, εκτός από τα τεράστια εσωτερικά προβλήματα που του κληροδοτήθηκαν, βρέθηκε αντιμέτωπος και με τα καταστροφικά αποτελέσματα της εξωτερικής πολιτικής που ακολούθησε η Ουάσινγκτον κατά την οκταετία του υπερσυντηρητικού προκατόχου του.
Πράγματι, οι επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου έδωσαν την ευκαιρία στους ιέρακες της Ουάσινγκτον να «αναδιαμορφώσουν την πραγματικότητα», αρχής γενομένης από τη Μέση Ανατολή, με στόχο να διαιωνίσουν την παγκόσμια αμερικανική ηγεμονία και να διαφυλάξουν τα αμερικανικά συμφέροντα, όπως αυτοί τα εννοούσαν.
Αυτή η ανιστόρητη προσέγγιση δεν άργησε να αποδειχθεί και καταστροφική για τις ΗΠΑ: η ισλαμική τρομοκρατία δεν νικήθηκε, αντιθέτως ενισχύθηκε παρά τις ανθρώπινες απώλειες και τα τρισεκατομμύρια δολάρια που δαπανήθηκαν, δημιουργήθηκαν δύο «αποτυχημένα κράτη» -Αφγανιστάν και Ιράκ- που επηρέασαν αρνητικά τις ισορροπίες στην ευρύτερη Μέση Ανατολή, καταρρακώθηκαν το γόητρο και η αξιοπιστία των ΗΠΑ, εντάθηκαν οι κεντρόφυγες δυνάμεις στους κόλπους των συμμάχων τους, οι οποίοι πλέον υπηρετούν τις δικές τους προτεραιότητες, ενώ με την εμφάνιση νέων ασύμμετρων απειλών και την ανάδυση νέων ισχυρών περιφερειακών δρώντων το διεθνές σύστημα έγινε πολύ πιο περίπλοκο από ό,τι ήταν το 2000.
Αντιμέτωπος με αυτή τη δύσκολη και επικίνδυνη κατάσταση, ο Μπαράκ Ομπάμα από την αρχή της θητείας του επανήλθε σε μια πάγια αρχή της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, που δεν είναι άλλη από την επίτευξη περιφερειακής σταθερότητας, την οποία ο προκάτοχός του είχε ακυρώσει, επιδιώκοντας το λεγόμενο «δημιουργικό χάος», δηλαδή την καταστροφή των περιφερειακών ισορροπιών, ούτως ώστε να δημιουργήσει νέες, ευνοϊκές συνθήκες για την αμερικανική ηγεμονία.
Αντιλαμβανόμενος ότι οι διεθνείς και περιφερειακές συνθήκες έχουν αλλάξει, κατανοώντας ότι οι ΗΠΑ δεν μπορούν να είναι ο «παγκόσμιος χωροφύλακας», βλέποντας ότι η χρήση σκληρής ισχύος δεν επαρκεί για την επίτευξη των στόχων της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, ο Μπαράκ Ομπάμα επεδίωξε τον επαναπροσδιορισμό της, απορρίπτοντας τη μονομέρεια και τη λεγόμενη καταναγκαστική διπλωματία του προκατόχου του, καλώντας σε πολυμερή διάλογο, ζητώντας διεθνή συνεργασία για την αντιμετώπιση των ασύμμετρων απειλών κάθε είδους και χρησιμοποιώντας περισσότερο την «έξυπνη ισχύ».
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο Αμερικανός πρόεδρος έθεσε εξ αρχής ως προτεραιότητα την επίλυση του παλαιστινιακού προβλήματος, κατανοώντας προφανώς αυτό που οι προκάτοχοί του δεν μπορούσαν ή δεν ήθελαν να καταλάβουν, δηλαδή ότι το Παλαιστινιακό αποτελεί την καρδιά των προβλημάτων της Μέσης Ανατολής, αλλά και βασικό στοιχείο νομιμοποίησης των αραβικών καθεστώτων, καθώς και ότι όσο το κομβικό αυτό πρόβλημα παραμένει άλυτο τόσο οι φανατικοί ισλαμιστές θα βρίσκουν πρόσφορο έδαφος για τα κηρύγματα και τις πράξεις μίσους εναντίον της Δύσης και των τοπικών της συμμάχων.
Οι καταιγιστικές εξελίξεις που ακολούθησαν τις αραβικές εξεγέρσεις του 2011, πολλαπλασίασαν τα προβλήματα και τις απειλές που εκπορεύονται από τη Μέση Ανατολή, όπου προστέθηκαν δύο ακόμα «αποτυχημένα κράτη»: η Συρία και η Λιβύη. Εάν στις εξελίξεις αυτές προστεθούν η προέλαση των ισλαμιστών στο Ιράκ και τη Συρία, ο ακήρυκτος εμφύλιος στην Αίγυπτο, η καιροσκοπική πολιτική της Τουρκίας που προσπαθεί να χρησιμοποιήσει το «Ισλαμικό κράτος» του Ιράκ και της Συρίας για να αντιμετωπίσει το κουρδικό πρόβλημα εντός των συνόρων της, αλλά και η επικίνδυνη πολιτική της Σαουδικής Αραβίας στην περιοχή, τότε είναι προφανές ότι η ευρύτερη Μέση Ανατολή βυθίζεται στο χάος, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.
Ισως, όμως, αυτό ακριβώς το χάος να αποτέλεσε για τον Μπαράκ Ομπάμα, απαλλαγμένο από το βάρος της επανεκλογής του, μια ιδανική ευκαιρία για τομές στην αμερικανική εξωτερική πολιτική, ώστε να απαλλαγεί από καταστροφικές αγκυλώσεις, όπως δείχνει η αλλαγή στάσης των ΗΠΑ στη Συρία ή η αποκατάσταση των σχέσεων Ουάσινγκτον-Αβάνας, η οποία προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων εκ μέρους των Ρεπουμπλικανών και του κουβανικού λόμπι.
Τη μεγαλύτερη βαρύτητα όμως έχει η συμφωνία σχετικά με το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης, που επιτρέπει την επάνοδο του Ιράν στη διεθνή και περιφερειακή σκηνή, όπου μπορεί να συμβάλει αποφασιστικά στην επίτευξη της περιφερειακής σταθερότητας.
Πρόκειται για μια συμφωνία αμοιβαίου οφέλους, η οποία επετεύχθη παρά τις έντονες εσωτερικές αντιδράσεις αλλά και τις έντονες αντιδράσεις στρατηγικών συμμάχων της Ουάσιγκτον, όπως το Τέλ Αβίβ και το Ριάντ.
Οπως προκύπτει επομένως, οι ΗΠΑ, με κραυγαλέα εξαίρεση την ουκρανική κρίση, πραγματοποιούν σημαντικές τομές στην εξωτερική τους πολιτική προσπαθώντας να αντιμετωπίσουν τις αυξανόμενες ασύμμετρες απειλές, να διαφυλάξουν την ασφάλειά τους και αυτήν των συμμάχων τους και να προστατεύσουν τα συμφέροντά τους.
Ομως, ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που έχουν να αντιμετωπίσουν είναι η ριψοκίνδυνη και κοντόθωρη πολιτική που ακολουθούν ορισμένοι σύμμαχοί τους, οι οποίοι για να κερδίσουν πολιτικές μάχες στο εσωτερικό όχι μόνο αδιαφορούν για την περιφερειακή ασφάλεια, αλλά και δεν διστάζουν να δημιουργήσουν δυσεπίλυτα προβλήματα και για την ίδια τους τη χώρα.
*επίκουρη καθηγήτρια Διεθνών Σχέσεων στη Μέση Ανατολή, Τμήμα Μεσογειακών Σπουδών, Πανεπιστήμιο Αιγαίου
