ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Στέφανος Δημητρίου*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Βλέπουμε λοιπόν πώς η μεγαλύτερη θεατρική συνείδηση των αιώνων, ο Σαίξπηρ, πιστεύει γερά πως ο ηθοποιός “υποβάλλει την ψυχή του στου νου τη σύλληψη”, πως η εσωτερική και η εξωτερική του μεταμόρφωση που εκπορεύεται απ’ την ενέργεια αυτής της σύλληψης, αλλοιώνει “όλη τη λειτουργία του οργανισμού του”. Υστερα απ’ αυτή την γνωμάτευση δεν είναι χρήσιμο νομίζω να περάσουμε σε μυριάδες παρόμοια παραδείγματα που επικυρώνουν αυτήν την αλήθεια, πως του αληθινού δηλαδή ηθοποιού το έργο είναι πνευματικό και πως η παιδεία του είναι αυτή η ίδια η επαγγελματική του ασχολία, που άλλο δεν είναι, παρά σπουδή και ενσάρκωση ρόλων που πλάστηκαν από την ποιητική μεγαλοφυΐα αληθών επίσης συγγραφέων. Καταλήγουμε, λοιπόν, στο συμπέρασμα πως η ενσυνείδητη ενάσκηση του θεατρικού επαγγέλματος, η από Σκηνής δημιουργική προσπάθεια του ηθοποιού, η βαθιά μελέτη του πλαστουργικού υλικού που διαχειρίζεται, η συναίσθηση της ευθύνης του σαν ερμηνευτή υψηλών κειμένων, η χαρά της κατάκτησης των μέσων καλλιτεχνικής έκφρασης, η συνεχής οδοιπορία του στους ανήφορους της ποίησης και η ηδονή που του προσφέρει ο κάματος της εξόδου από τον στενό χώρο του “εγώ” του, προς την πλατύτερη νόηση του κόσμου, προς το άφθαρτο μυστήριο της ζωής και του θανάτου, όπου ζυγιάζεται η τραγική περιπέτεια του φθαρτού ανθρώπου, αυτοί είναι οι σταθμοί της παίδευσής του, οι μοχλοί της πνευματικής του ωριμότητας»[1]. Με αυτά τα λόγια ο Αλέξης Μινωτής περιγράφει το πώς φτιάχνονται και τι κάνουν οι ηθοποιοί, τα «εφήμερα χρονικά της εποχής», όπως τους ονόμαζε ο Σέξπιρ.

Το θέατρο μας μαθαίνει να εστιάζουμε. Παρακολουθούμε μια παράσταση και, εάν μιλήσει μέσα μας, κοιτώντας τη σκηνή, όπου διαστέλλονται, αποκτώντας ανάλογο σκηνικό εύρος, πρόσωπα και φιγούρες, τότε ίσως είναι σαν να «διαβάζουμε» και να νιώθουμε τον χώρο, που ανανοηματοδοτείται. Εκεί, προβάλλουν τα σωματικά σήματα της παράστασης, δηλαδή σώματα κινούμενα ή σε κάποια στάση. Εκεί ο ρυθμικός λόγος διατρανώνει την πνευματική παντοδυναμία του. Ο λόγος που ζωντανεύει, ανυψώνει –ή μετριάζει– και κινεί τις μορφές. Αυτό θα δούμε από μια οπτική γωνία. Θα δούμε την ύπαρξή μας να αυξάνει, την εσωτερική συναισθηματική προίκα μας να αβγατίζει. Οι ηθοποιοί σαρκώνουν την κίνηση και τον λόγο, όταν ενσαρκώνουν τους θεατρικούς και κινηματογραφικούς χαρακτήρες, ιδίως τους πρώτους, μέσα από το σώμα και τον λόγο. Αυτοί δονούνται, όταν το επιτυγχάνουν, από την καλλιτεχνική συγκίνηση, και μας καθιστούν και εμάς κοινωνούς αυτής της συγκίνησης. Δεν είναι μόνο δωρεά. Είναι σαν συγκινησιακή μεταλαβιά. Τότε είναι που το βλέμμα μας, κατευθυνόμενο από τον ρυθμό μιας παράστασης, αναζητεί την οπτική γωνία, ώστε να δει οργανώνοντας τον χώρο, μέσα από τα σωματικά σήματα αυτού του χώρου, όπως αυτά τα έχει ορίσει η πρόσληψη του κειμένου και η εκφορά του λόγου του. Είναι το βλέμμα που πιάνει τον δραματικό χρόνο, γιατί δεν κινείται και δεν εστιάζεται σε συμβατικό χώρο. Η παράσταση μας μαθαίνει πώς το κείμενο ζωντανεύει. Μας μαθαίνει, όμως, και να αλλάζουμε οπτική γωνία.

Το να αλλάζουμε οπτική γωνία είναι σαν να αναδημιουργούμε ένα πεδίο, εντός του οποίου ανανοηματοδοτείται η φράση «Πώς βλέπω τα πράγματα». Τότε είναι που αλλάζουμε και εμείς για λίγο. Δεν είμαι ειδικός, ως απλός θεατής μιλώ. Και τα παραπάνω προέρχονται από την απλή αυτοβίωτη εμπειρία του θεατή. Ξέρω, όμως, ότι όλα αυτά τα οφείλουμε στους καλλιτέχνες και, γι’ αυτό, πρέπει, στηρίζοντάς τους, να εξοφλήσουμε το χρέος μας. Να μη γίνουμε ηθικοί μπαταχτσήδες. Δεν ξέρω περισσότερα, οπότε σταματώ εδώ.

Προτείνω, όμως, να θυμηθούμε πώς περιγράφει την οφειλή του κάποιος που ήξερε. Και πολλά ήξερε και να ξεπληρώνει ήξερε. Εγραφε, λοιπόν, ο Δημήτρης Μαρωνίτης: «Κάποτε σε ιδιωτική συζήτηση με ρώτησαν γιατί αγαπώ το θέατρο. Απάντησα πως με διδάσκει το ρόλο μου, και εννοούσα το ρόλο της ζωής μου. Χωρίς το θέατρο δεν θα ήξερα καθόλου πώς να φερθώ: πώς να μιλήσω, πώς να σταματήσω και να κυκλοφορήσω στον εσωτερικό και εξωτερικό μου χώρο». Εάν αυτό δεν μας πέφτει λίγο, εάν είναι πιο πολύ από «κάτι τις», όπως το λογαριάζει η κυβέρνηση, τότε ας σταθούμε δίπλα στους καλλιτέχνες και απέναντι σε όσους τους απαξιώνουν, αντιτάσσοντας Μινωτή και Μαρωνίτη απέναντι στην εξουσιαστική απαιδευσία και την προσβλητική οίηση.

1. Αλέξης Μινωτής, «Εμπειρική θεατρική παιδεία», Οι Εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα 1972, σ. 82.

*καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου