Η βία ως αποτέλεσμα ανθρώπινης ενέργειας έχει πολλές μορφές, ανάλογα με τη χρήση, τον σκοπό και το αποτέλεσμα, όπου στο γενικό πλαίσιο αναφοράς είναι απάνθρωπη, απορριπτέα και καταδικαστέα. Η αναφορά της βίας στην κοινωνία έχει διαφοροποιημένη αντανάκλαση στο θυμικό των ατομικών και συλλογικών ταυτοτήτων, ανάλογα της προέλευσης των ανθρώπων, λόγω της στρωματικής κατάταξής των. Αυτό συμβαίνει, γιατί η πρόσληψη της πληροφορίας που έχουν οι άνθρωποι γίνεται μέσω του μηχανισμού αποδοχής, κατόπιν επεξεργασίας, που πηγάζει από το κοινωνικό, μορφωτικό και ιδεολογικό στάτους του κάθε αποδέκτη. Φυσικά, όλες οι μορφές βίας παράγουν και θα πρέπει να έχουν αρνητικό πρόσημο στο συνειδησιακό υπόβαθρο κάθε ανθρώπινης υπόστασης, ανεξαρτήτως κοινωνικής προέλευσης – κατάταξης.
Η βία ως μεταδιδόμενη πληροφορία αλληλοεπιδρά, επίσης, διαφοροποιημένα, ανάλογα του επικοινωνιακού μέσου, με την εικόνα όμως να πλεονεκτεί, διεγείροντας πιο έντονα τα ανθρώπινα ένστικτα. Οι μορφές βίας στην κοινωνία κατατάσσονται στις ατομικές και τις συλλογικές, όπου οι πρώτες έχουν προσωπικές αιτίες και μορφές εκδήλωσης, ενώ οι δεύτερες αναφέρονται ως αποτέλεσμα γενικών κοινωνικών, ιδεολογικών, οικονομικών και άλλων αντίστοιχων αιτίων. Οι ατομικές μορφές βίας είναι πιο έντονες, αφού η θυματοποίηση έχει ταυτότητα με άμεση αναφορά στον αντίστοιχο κοινωνικό περίγυρο, με αποτέλεσμα να εγείρονται συλλογικές αντιδράσεις ανθρώπινων αναφορών, αναλόγως του φύλου, της ηλικίας, της φυλετικής προέλευσης.
Κάθε μορφή βίας στο ανθρώπινο, ζωικό και φυσικό περιβάλλον παρουσιάζεται και καταγράφεται στην κοινωνία με δυναμική, διάρκεια, σημαντικότητα, που είναι εξάρτηση του είδους, της επίδρασης και του αποτελέσματος που θα έχει. Η πρόληψη μορφών βίας ατομικών και συλλογικών στην ελληνική κοινωνική πραγματικότητα δεν φαίνεται να τίθεται ως προτεραιότητα των πολιτικών και κομματικών στρατηγικών, αφού δεν τις αξιολογούν ως σημαντικές, αλλά εμπλέκονται διαχειριστικά, αναλόγως της προσφερόμενης δημοσιότητας των γεγονότων. Φυσικά, τα κόμματα και οι πολιτικοί διαχειριστές τους, ως μέρος του κοινωνικού γίγνεσθαι με ατομικές και συλλογικές ευθύνες, έχουν μεγαλύτερη βαρύτητα στην ανάδειξη των μορφών βίας όχι ως κοινωνικά ζητήματα αλλά ως πολιτικά, με άμεση προτεραιότητα στρατηγικής αντιμετώπισης.
Τα γεγονότα βίας λειτουργούν πυροτεχνικά με ανάλογη ένταση όσο διαρκεί η επικοινωνιακή αναφορά τους και στη συνέχεια χάνονται ως να μην έγιναν, έτσι η κοινωνική μνήμη λειτουργεί αναπαραγωγικά κάθε φορά που εξελίσσεται μορφή βίας με αντίστοιχη βαρύτητα λόγω του αποτελέσματος. Οι μορφές βίας συμβαδίζουν με την κοινωνική εξέλιξη, αλλά δεν ταυτίζονται ως δυναμική αναφοράς, αφού πολλά γεγονότα σε κάθε είδος βίας έχουν διαχρονική παρουσίαση σε διαφοροποιημένες πολιτικά και οργανωτικά κοινωνίες. Οι μορφές βίας με αίτια φύλου, ηλικίας, φυλετικής προέλευσης, ιδεολογικής και οπαδικής αναφοράς, παρουσιάζουν και πρέπει να έχουν διαφοροποιημένη προσέγγιση με βαρύτητα στον τομέα της πρόληψης.
Το ζητούμενο για τις μορφές βίας στην ελληνική κοινωνική πραγματικότητα είναι η ύπαρξη διακομματικής συναίνεσης με τη δημιουργία ανεξάρτητης επιτροπής ειδικών, οι οποίοι μπορούν να λειτουργήσουν τόσο προληπτικά με ανάλογες παρεμβάσεις όσο και διαχειριστικά ως τεκμηριωμένη αποδεκτή αντιμετώπιση. Τελικά, το πώς θα γίνει η εξάλειψη των μορφών βίας στην ελληνική κοινωνία σίγουρα δεν μπορεί να απαντηθεί, όμως με εργαλεία το ανθρώπινο ειδικό προσωπικό και τις αντίστοιχες μελέτες και προτάσεις που πρέπει να δημοσιοποιούνται και να συζητιούνται ίσως είναι η αρχή για διαμόρφωση κοινωνικών και πολιτικών κατευθύνσεων.
* καθηγητής Κοινωνιολογίας Πανεπιστημίου Πελοποννήσου
