Κόστος έχει και η ωραιοποίηση της πραγματικότητας ή και η άρνησή της· το ίδιο και ο κομπασμός, ο αυτοθαυμασμός, η φιλαυτία και η ψευδολογία· η στρέβλωση πραγματικότητας. Ομοίως, η μεροληπτική μεταχείριση, η ολιγωρία ή ο εφησυχασμός. Μία από τις βασικές αρχές της επιτυχούς πολιτικής είναι η βέλτιστη αξιοποίηση όλων των δυνατοτήτων της, σε συμφραζόμενα δημοκρατίας και κοινωνικής δικαιοσύνης. Το ίδιο ισχύει και για την οικονομία. Το ερώτημα, σήμερα, είναι εάν και κατά πόσο λαμβάνεται υπόψη αυτή η αρχή. Η απάντηση είναι «όχι». Αν ισχύει, ισχύει μόνο στη θεωρία. Από την άλλη, μια άλλη αρχή τόσο για την πολιτική όσο και για την οικονομία είναι οι δεδομένες δυνατότητες και τα όρια που επιβάλλουν.
Τα όρια των δυνατοτήτων σχετίζονται με τα πρόσωπα, τον αριθμό τους, την εκπαίδευση, τη γνώση και τις εμπειρίες τους, τα μέσα που διαθέτουν για την άσκηση της πολιτικής, αλλά και με την ποιότητά τους. Κυρίως, με την ακεραιότητα των προσώπων, την κατανόηση του ρόλου τους και την κοινωνική ενσυναίσθηση. Λ.χ., η κυβέρνηση έχει έναν δεδομένο αριθμό στελεχών. Το ίδιο και τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Αρκετοί είναι μεγάλης ηλικίας· και ενώ θα έπρεπε να έχουν αποσυρθεί, δεν αποσύρονται. Και η πείρα τους στα κοινά δεν αρκεί για να συμβάλει εποικοδομητικά στην αντιμετώπιση των σύνθετων και οξυμένων προκλήσεων. Τοιουτοτρόπως, χωρίς να γενικεύουμε, η αποτελεσματικότητα ως προς την ποιότητα του πολιτικού προσωπικού είναι, μάλλον, απογοητευτική.
Η κυβέρνηση σπαταλά πολιτικό χρόνο και πολιτικό κεφάλαιο για να ωραιοποιήσει πολλές καταστάσεις. Να εξαφανίσει πραγματικά σκάνδαλα. Το κόστος αυτής της προσπάθειας –εκτός από την κατασκευασμένη εικόνα ενός βαλτότοπου που θέλει να παριστάνει τον κήπο– είναι η θυσία όλων εκείνων των προτεραιοτήτων που θα έπρεπε να απασχολούν. Επιπλέον, πολλές φορές, ο ψευδολόγος πιστεύει τα ψέματά του προκειμένου να γίνει πειστικός στο ακροατήριό του. Κατ’ αυτή την έννοια, το στρατόπεδο του συντηρητισμού, με μανδύα φιλελευθερισμού, μεταφέρει τη λύση των ανοιχτών προβλημάτων κάπου αλλού, π.χ. στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Επιρρίπτει στον πόλεμο την ευθύνη για την αδιαφορία της· επιρρίπτει στις μεταλλάξεις του κορονοϊού την εγκατάλειψη του συστήματος υγείας· στον Πούτιν τον πληθωρισμό και, όλα μαζί, στις «αριστερές ιδεοληψίες» της ελληνικής μεταπολίτευσης ή στο προπατορικό αμάρτημα.
Και ενώ ο κόσμος αλλάζει, με τους ανθρώπους να αντιμετωπίζουν οξυμένες κρίσεις σε υγεία, ενέργεια, κόστος διαβίωσης, απασχόληση και κλίμα, οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι διδάσκουν υπομονή, δίχως να διατυπώνουν προτάσεις λύσεων στη χάραξη της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής. Αντίθετα, επιλέγουν πολιτικές μείωσης του κοινωνικού κράτους στους πιο καίριους τομείς. Δίχως από την πλευρά της κατακερματισμένης αντιπολίτευσης σοσιαλιστών και αριστερών να διατυπώνεται κάποιο σχέδιο, ούτε κάποιο αντίπαλο, τολμηρό και συνεκτικό όραμα για το πώς θα επιτευχθεί βιώσιμη ανάπτυξη, χωρίς αποκλεισμούς, με δημοκρατία, κοινωνική δικαιοσύνη και ειρήνη.
Μιλάμε ξανά για ειπωμένα. Στο κάτω κάτω, το άβαταρ του κοινού καλού είναι παλιό και εξίσου σημαντικό ως προς την πρόκληση που προοικονομεί. Μπορεί να ανασυρθεί από τα ερείπια; Σε πείσμα του «κανόνα» της κυβέρνησης –η οποία δεν θα είχε κάποιο πρόβλημα να ιδιωτικοποιήσει σήμερα και το νερό–, εάν μεταφερόμασταν στη Σκοτία το 1759, θα ακούγαμε ένα πολύ παλιό μάθημα: «Οσο εγωιστής κι αν υποθέσουμε ότι είναι ο άνθρωπος, υπάρχουν αποδεδειγμένα στη φύση του ορισμένες αρχές, σύμφωνα με τις οποίες τον ενδιαφέρει η τύχη των άλλων και του είναι τόσο αναγκαία η ευτυχία τους, ακόμα κι όταν δεν κερδίζει κάτι απ’ αυτήν πλην της ικανοποίησης να τη βλέπει». Ο Ανταμ Σμιθ, που δίδασκε Ηθική Φιλοσοφία στη Γλασκόβη (δεν λεγόταν ακόμα Πολιτική Οικονομία), μιλούσε για ηγεμονία αρετών, όραμα, δίκαιο, δημόσιο συμφέρον, για αξιομισθίες, ακόμα και για ερωτοδουλειές∙ μιλούσε για καλόβουλες επενδύσεις, ευάρεστα αισθήματα· μιλούσε για αποθάρρυνση του εγωισμού. Σιχαινόταν τον εναγκαλισμό της πολιτικής με τα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα. Αυτά, για παράδειγμα, ουδέποτε τα σχολίασε ο Μαρξ γιατί, απλούστατα, συμφωνούσε.
Πίσω στα δικά μας. Κάθε χαμένη ευκαιρία, στην υγεία, την παιδεία, στον πολιτισμό, στη δικαιοσύνη, στις επιχειρήσεις, στο περιβάλλον, στην ενέργεια, στη διαβίωση, στις διεθνείς σχέσεις κ.ο.κ., έχει ένα κόστος – συνήθως υψηλό για τη δημοκρατία. Οπως, άλλωστε, και οποιαδήποτε επιλογή της κυβέρνησης. Και κάθε αποτυχία –η παραμικρή έστω σε κάθε έναν από τους παραπάνω τομείς– μπορεί μεν να καταγράφεται πρωτίστως ως κυβερνητική, αλλά δεν μένει ποτέ της εκεί. Είναι συλλογική αποτυχία. Το κακό νέο είναι ότι, σε κάθε ανάλογη περίπτωση, αρκετοί γνωρίζουν ποιοι θα είναι αυτοί που θα πληρώσουν το κόστος. Σωστά μαντέψατε! Το πλήρωναν, το πλήρωσαν και το πληρώνουν.
