Τη μέρα που βρεθήκαμε αντιμέτωποι μ’ ένα Μνημόνιο σκληρότερο από τα προηγούμενα, απομείναμε ενεοί μπροστά σε αναπάντητα ερωτήματα και σ’ ένα σκοτεινό διεθνές παρασκήνιο, το οποίο, εν μιά νυκτί, μετέτρεψε ένα σενάριο λογικής σε δράμα υπέρτατου υπερρεαλισμού.
Το έργο μόλις άρχισε… κι εγώ θλίβομαι βλέποντας μύδρους να εκτοξεύονται εκατέρωθεν από πολίτες και πολιτικούς… Παρακολουθώ εμβρόντητη κάποιους μικρόψυχους να πανηγυρίζουν χαιρέκακα για την καταπάτηση της εθνικής μας υπόστασης, μιλώντας για ήττα, αφερεγγυότητα και προδοσία της Αριστεράς. Βλέπω κάποιους μικρόνοες να χαίρονται επειδή «Μένουμε Ευρώπη», επειδή δικαιώθηκε ο ισχυρισμός τους ότι ο λαός δεν έχει το δικαίωμα ν’ αποφασίζει για τη ζωή του.
Πρωταγωνιστές σ’ αυτό το θέατρο του παραλόγου, αξιολογούν τα τεκταινόμενα μέσα από μιαν άκαιρη και νοσηρή «οπτική αρένας», αδυνατώντας να κατανοήσουν ότι δεν πρόκειται για έναν αγώνα μεταξύ της δεξιάς και αριστερής ομάδας, αλλά φευ, για το οριστικό ξεπούλημα της χώρας και της αξιοπρέπειάς της.
Γερμανικό προτεκτοράτο καθίσταται στο εξής η Ελλάδα και ο μύθος του αδύναμου πλην όμως τιμίου που μπορεί να νικήσει τον άδικο ισχυρό, έχει καταρρεύσει οριστικά.
Και τώρα, που δεν υπάρχουν πια παραμύθια με ήρωες, παρά μόνο με δράκους και στοιχειά, είμαστε καταδικασμένοι να ζήσουμε την εθνική μας μοναξιά. Τη μοναξιά του πολίτη και του λαού που είδε να καταπατώνται από τη δικτατορία των αγορών τα υπέρτατα ιδεώδη της Δημοκρατίας, τα ανθρωπιστικά ιδανικά και το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης των λαών.
Η Ευρώπη έδειξε το πιο σκληρό της πρόσωπο, το αληθινό, αυτό που ανά τους αιώνες αναδυόταν, κάθε φορά που ένας λαός τολμούσε να υψώσει ενώπιόν της το ανάστημά του και να διεκδικήσει το δίκιο του.
Μια νέα εποχή αποικιοκρατίας ανατέλλει… κι είναι μοναξιά να ζεις μέσα σε μια «συντροφιά εταίρων», που τους είσαι απεχθής… Κι ακόμα χειρότερα, να ζεις σε μια χώρα όπου οι ηθικές αξίες και τα δικαιώματα του ανθρώπου έχουν καταβαραθρωθεί και καμιά πολιτική πρακτική και ιδεολογία δεν είναι σε θέση να υπεραμυνθεί αυτών…
Στέκομαι και κοιτάζω την πολύπαθη πατρίδα μου… Μόνον η ποίηση μπορεί ν’ αρθρώσει λόγο τούτες τις δύσκολες στιγμές:
Πού θα πάμε, ψυχή, μ’ όλη τούτη/ την εξορία που μέσα μας φέρνουμε;/ Μαζί μας κανένας κι η μοναξιά/ έγινε τόσο παράξενη, που είναι ίδια/ με τη συντροφιά των πολλών ανθρώπων./ Μιλάς και σωπαίνεις και τα πράγματα/ μένουν αδιάλλαχτα, σα να μην υπάρχει/ θέληση καμιά, να τα κυβερνήσει./ Αστειότερες, οι θλιβερές προσπάθειες…/ Σαν το τίποτα να μεγάλωσε, σαν το τίποτα/ να γίνετ’ ένα μυρμήγκιασμα.
Τούτη την ώρα μόνο θλίψη νιώθω… Τίποτ’ άλλο…
*Διδάκτωρ Φιλοσοφίας και Ψυχανάλυσης
