ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιάννης Τζώρτζης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Με τον όρο «Μεταπολίτευση» νοείται το πέρασμα της Ελλάδας από τη δικτατορία στον κοινοβουλευτισμό, όπως αυτό συντελέστηκε πριν από 48 χρόνια στην Αθήνα. Μια πολιτειακή διαδικασία κρίσιμη που διήρκεσε ορισμένες ώρες, από την 23η ώς τις πρώτες πρωινές ώρες της 24ης Ιουλίου του 1974. Στα διάφορα σχόλια και σε αναλύσεις ως προς τον χαρακτήρα και το περιεχόμενο της Μεταπολίτευσης, τονίζεται ανέκαθεν πως το πέρασμα από τη δικτατορία στον κοινοβουλευτισμό συντελέστηκε με την «κατάρρευση της χούντας του Ιωαννίδη». Πέραν όμως του ότι ουδέποτε η χούντα κατέρρευσε, απλώς επήλθε (ελεγχόμενο) το τέλος της, κι αυτό ως συνέπεια της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο, ο Ιωαννίδης ουδέποτε υπήρξε ένας δικτάτωρ του απριλιανού καθεστώτος.

Η «αρσακειάς», ως τον αποκαλούσε ο Παπαδόπουλος, τελούσε υπό τον έλεγχο σκληρότερων χουντικών, όπως των αντιστρατήγων Γρηγορίου Μπονάνου, αρχηγού Ενόπλων Δυνάμεων, Γαλατσάνου και άλλων γνωστών ανώτερων αξιωματικών του στρατού. Ο Ιωαννίδης ήλεγχε μεν τις στρατιωτικές υπηρεσίες ασφαλείας συνεργαζόμενος όμως με τη CIA, η οποία βεβαίως τον παραπλανούσε μέσω «ειδήσεων» που «κατασκεύαζε» ο διαβόητος Κίσινγκερ. Ο Μπονάνος ήταν εκείνος που με αμερικανικές οδηγίες απέτρεψε ένα ελληνικό πλήγμα κατά των Τούρκων, συνάμα και ο τελευταίος που συμφώνησε στην πλήρη παράδοση της εξουσίας στους πολιτικούς και την επιστροφή των αξιωματικών στους στρατώνες. Ο Ευάγγελος Αβέρωφ είχε αναφέρει (1987, ΕΡΤ) στον γράφοντα ότι μετά τις 21 Ιουλίου ουδείς ήλεγχε πλέον το στράτευμα και αναγκάστηκαν οι «σκληροί» να επιστρατεύσουν τον ε.α. στρατηγό Σόλωνα Γκίκα, αρχηγό του ΙΔΕΑ, προκειμένου να «συνετίσει» τους σκληρούς χουντικούς.

Μια κατάρρευση δικτατορίας είχε επέλθει τρεις μήνες νωρίτερα στην Πορτογαλία, όπου ο στρατός ανέτρεψε τον επικεφαλής του σαλαζαρικού καθεστώτος επιβάλλοντας μια νέα, προοδευτική και φιλολαϊκή κυβέρνηση. Η έξοδος εκεί από τη δικτατορία έγινε «από τα αριστερά», κατά τον αείμνηστο Νίκο Πουλαντζά (βλ. Η κρίση των δικτατοριών, 1975), ενώ στην Ελλάδα είχαμε μια «έξοδο προς τα δεξιά». Την έξοδο αυτή μεθόδευσε απόλυτα μόνος ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, ο οποίος, αφού θα έθετε ταφόπλακα στη μοναρχία, θα διακήρυττε αργότερα και το δόγμα «η Ελλάς ανήκει στη Δύση». Αλλά και η Πορτογαλία θα ακολουθούσε τελικά το ίδιο δόγμα έχοντας διέλθει μια τριετία έντονων εξελίξεων, κινδυνεύοντας να βρεθεί στη δίνη μιας εμφύλιας σύρραξης. Κι έμελλε να βρεθεί τελικά φυλακισμένος ο συνταγματάρχης Οτέλο ντε Καρβάλιο, σύμβολο, εμπνευστής και ηγέτης της «επανάστασης των γαριφάλων».

Στη μεταδικτατορική Ελλάδα εδραιώθηκε ένα νέο σύστημα κοινοβουλευτισμού μέσα από σταθερές πολιτειακές δομές, το οποίο, λόγω έκπτωσης του στέμματος, κάποιοι συνταγματολόγοι και ορισμένοι πολιτειολόγοι αναφέρουν σαν Τρίτη (Γ’) Ελληνική Δημοκρατία. Κι ενώ η «Μεταπολίτευση» υπήρξε στην ουσία μια διαδικασία που ολοκληρώθηκε με την ορκωμοσία του Καραμανλή τις πρώτες πρωινές ώρες της 24ης Ιουλίου 1974, επικράτησε μολαταύτα να αναφέρεται το ίδιο και όλη η χρονική περίοδος που ακολούθησε με τις δικομματικές εναλλαγές κυβερνήσεων. Μέσα από αυτή τη θεώρηση αναφερόταν και γραφόταν συχνά η έλευση του «τέλους της Μεταπολίτευσης», το οποίο παρατεινόταν όμως σαν… μεταχρονολογούμενη επιταγή.

Η μεταπολιτευτική εποχή στην Ελλάδα, αν δεχθούμε τον δικομματισμό ως βασικό δείγμα του μεταδικτατορικού κομματικού συστήματος, κράτησε μέχρι το 2010, όταν ξέσπασε αίφνης η πρωτοφανής χρηματοπιστωτική κρίση. Οπότε ο αποπεμφθείς τον επόμενο χρόνο από τους «ευρωκράτες» πρωθυπουργός της χώρας, ο Γιώργος Παπανδρέου, θα παρέδιδε, ως άβουλο και άτολμο ον, την εξουσία ουσιαστικά στον Γερμανό υπουργό Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε και δι’ αυτού στους ολέθριους δανειστές της χώρας μας. Είναι γνωστά τα όσα δεινά έμελλε να υποστεί η Ελλάδα καθώς και οι τραγικές συνέπειες των νεοαποικιακών μνημονίων για την ελληνική κοινωνία, η οποία άρχισε από τότε όχι μόνο να αλλοιώνεται συνθετικά αλλά και να συρρικνώνεται πληθυσμιακά.

Στην αναφερόμενη ως «μεταμνημονιακή» εποχή τού σήμερα, η κατάσταση της χώρας εσωτερικά όσο και η θέση της διεθνώς κάθε άλλο παρά ως αισιόδοξες θα μπορούσαν να περιγραφούν. Ανεξάρτητα του «τις πταίει», η καθημαγμένη από τα μνημόνια και την ανεργία κοινωνία μας δεν διαθέτει πλέον αντοχές για να αντιμετωπίσει περαιτέρω στερήσεις και περικοπές εισοδημάτων. Ο καλπάζων πληθωρισμός πριονίζει ήδη αισθητά τις αγοραστικές δυνατότητες των κοινωνικών στρωμάτων και ασθενών ομάδων. Οι συγκρούσεις μπορεί ωστόσο να ξεσπάσουν και θα είναι πλέον ανεξέλεγκτες. Κι ας μη λησμονούμε ότι η χώρα έχει υποθηκεύσει το μέλλον της για σχεδόν έναν αιώνα εξυπηρετώντας ένα δυσθεώρητο εξωτερικό χρέος που διογκώνεται όσο αυξάνουν οι προκλήσεις από την άλλη πλευρά του Αιγαίου. Πώς λοιπόν να σχολιάσει κανείς τη φετινή «γιορτή της Δημοκρατίας», όταν μάλιστα αυτή «καπελώθηκε» από τις σαγιονάρες ενός διερχόμενου;