Μέχρι πρόσφατα, το τοπικό ήταν απαξιωμένο. Συνεχίζει να είναι. Ολα εκκινούσαν και συνήθως εξαντλούνταν στο εθνικό κέντρο και τους «ήρωές» του. Δύο λόγοι συνέτειναν σ’ αυτό. Κατά πρώτον, η κυρίαρχη αντίληψη που ήθελε την ιστορία έργο μεγάλων ανδρών, στρατιωτικών και πολιτικών. Θα περάσουν χρόνια πολλά, για να αλλάξει η αντίληψη. «Η ιστορία των κοινών ανθρώπων ως ιδιαίτερο πεδίο», σημειώνει ο E. Hobsbawm, «άρχεται, λοιπόν, με τη μελέτη των μαζικών κινημάτων του δέκατου όγδοου αιώνα. (…) Η πραγματική της πρόοδος δεν άρχισε στην ουσία, παρά κατά τα μέσα της δεκαετίας του 1950, όταν ο μαρξισμός μπόρεσε να δώσει την πλήρη συμβολή του σ’ αυτήν».
Ο δεύτερος λόγος είναι η συγκρότηση των εθνικών κρατών. Παρά τις εθνικές διαφορές, πρυτάνευσε η θέση ότι μετρά μόνο το κεντρικό. Αυτό έδινε τον τόνο στο περιφερειακό, το τοπικό, τους προσέδιδε ταυτότητα. Ο λόγος, εύλογος. Η συγκρότηση αυτού που ο Β. Αντερσον ονόμασε «φαντασιακή κοινότητα». Ολοι και όλα έπρεπε να συντείνουν στην αντίληψη ότι είμαστε ίδιοι, ανήκουμε στο ίδιο σύνολο. Στην Ελλάδα, μέχρι τουλάχιστον τη δεκαετία του 1960, κυρίαρχη λέξη -με μερική εξαίρεση τη λαογραφία- ήταν το «ομοιόμορφον», η αναζήτηση, η επίτευξή του.
Πάλι με τα λόγια του Hobsbawm: «Ωστόσο, όσο έντονα και αν ήταν τα εθνικά αισθήματα και (καθώς τα έθνη γίνονταν κράτη ή αντίστροφα) φρονήματα, το «έθνος» δεν δημιουργήθηκε αυτόματα, αλλά ήταν ένα τεχνητό κατασκεύασμα (…). Στην πραγματικότητα, έπρεπε να κατασκευαστεί. Από εδώ απορρέει η κρίσιμη ομοιομορφία, δηλαδή κυρίως του θεσμού του κράτους και ειδικότερα της κρατικής εκπαίδευσης, της επαγγελματικής απασχόλησης στον κρατικό μηχανισμό και (στις χώρες που καθιέρωσαν την υποχρεωτική στράτευση) της στρατιωτικής θητείας».
Μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, άλλαξαν πολλά. Τα εθνικά κράτη εδραιώθηκαν ως φαντασιακές κοινότητες, είχαν λιγότερη ανάγκη την ομοιομορφία. Ταυτόχρονα, κοινωνιολόγοι και ανθρωπολόγοι, ιδιαίτερα εκείνοι της Σχολής του Σικάγου, από τις αρχές του 20ού αιώνα, ανέδειξαν τη σημασία του τοπικού και των τοπικών κοινωνιών στην κοινωνική, πολιτισμική και οικονομική ανάπτυξη της πόλης, της περιοχής, της χώρας. Παράλληλα, άρχιζε να γεννιέται και να αναπτύσσεται η τοπική ιστορία ως ιδιαίτερο γνωστικό αντικείμενο.
Η γνώση του τοπικού δεν συνιστά μόνο μορφή γνώσης του περιβάλλοντος κόσμου. Σημαίνει εκ προοιμίου απόρριψη της ομοιομορφίας, αποδοχή του διαφορετικού. Κυρίως, όμως, είναι ο προσφορότερος τρόπος γνώσης του περιβάλλοντος κόσμου, μέσο αυτογνωσίας και μέσο μετασχηματισμού. Για το λόγο αυτόν, οι προοδευτικές παιδαγωγικές θεωρίες, από το 1920 κυρίως και μετά, εστίασαν σε έννοιες-κλειδιά, όπως το βίωμα, η εμπειρία, η γνώση του άμεσου περιβάλλοντος, η ενεργητική μάθηση. Μαθαίνοντας τον άμεσο κόσμο, σημαίνει μπορώ να αναρωτηθώ γι’ αυτόν, να τον αναστοχαστώ, να κατακτήσω αυτό που ο Μ. Φουκό αποκαλεί υποκειμενικότητα. Θαρρώ για το λόγο αυτόν στις μέρες μας, μετά τις κοινωνικές επιστήμες, μπήκαν στο στόχαστρο των νεοφιλελευθέρων τα παιδαγωγικά τμήματα ως τόποι εκκόλαψης διαφορετικών αντιλήψεων, αμφισβήτησης.
Στις μέρες μας, της λεγόμενης παγκοσμιοποίησης, βρισκόμαστε σε μια δεύτερη φάση πριμοδότησης του γενικού, του κεντρικού. Κοινές πληροφορίες και αναφορές διοχετεύονται από μεγάλα ειδησεογραφικά δίκτυα, νέες τεχνολογίες. Θαρρούμε ότι έτσι συμμετέχουμε στα τεκταινόμενα στο «πλανητικό χωριό», δεν είμαστε στο περιθώριο. Συνακόλουθα, οδηγούμαστε σ’ έναν λόγο συγγενή, όχι ταυτόσημο, με τον προγενέστερο, το «ομοιόμορφον». Η επίτευξή του τώρα, βέβαια, δεν είναι αυταξία, αυτοσκοπός, ανεξάρτητα αν, για διάφορους λόγους, θέλουμε να ταυτιστούμε με είδωλα -πολιτισμικά, οικονομικά, τεχνικά- που μας φτάνουν και μας αγγίζουν ευκολότερα.
Πάλι έτσι αφήνουμε το τοπικό, το οικείο, το καθημερινό. Με τον τρόπο αυτό μένει ανέγγιχτος ο κόσμος αυτός, αφήνουμε στην άκρη βιώματα, εμπειρίες. Αυτά περνάνε στην άκρη ως αυτονόητα. Περιοριζόμαστε σε λόγους γενικούς, παραμερίζοντας βιώματα, εμπειρίες, μνήμες, τοπικά δίκτυα, τοπικές συλλογικότητες. Τοπικές ταυτότητες. Καθιστώντας όλα αυτά ανενεργά, δυσκολευόμαστε να αλλάξουμε τους εαυτούς μας και τους οικείους κόσμους, επιδιδόμενοι σε ασκήσεις, αν όχι ονειροπολήσεις μεγάλων αλλαγών.
Προφανέστατα, η στροφή στο τοπικό δεν λύνει όλα τα προβλήματα. Αντίθετα, ο αυτοπεριορισμός σ’ αυτό μπορεί να οδηγήσει σε αδιέξοδες ρομαντικές αναζητήσεις της ιδιαιτερότητας, του κατακερματισμού, λησμονώντας ότι ζούμε σε ένα περιβάλλον εθνικών και υπερεθνικών συσσωματώσεων και καταναγκασμών. Ζητούμενο, συνεπώς, είναι η σύνδεση τοπικού και υπερτοπικού, ώστε να κατανοήσουμε τους κόσμους που ζούμε και στον βαθμό που χρειάζεται να τους συνδιαμορφώσουμε.
* Πανεπιστήμιο Πατρών
