Κωστής Καζαμιάκης1*, 2*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το σκυλί σου μιλά κουνώντας την ουρά.

Ο σκύλος είναι ο καλύτερος και πιο πιστός φίλος του ανθρώπου.

Γίνε ο άνθρωπος που ο σκύλος σου νομίζει ότι είσαι.

σκύλος, το κατοικίδιο σκυλί, ο οικιακός σκύλος, Canis lupus familiaris, είναι ο εξημερωμένος απόγονος μιας εξαφανισμένης ράτσας λύκου. Ο σκύλος εξημερώθηκε από τον άνθρωπο πριν χιλιάδες χρόνια και προτού ανακαλυφθεί η γεωργία, όταν ο άνθρωπος ήταν περιπλανώμενος τροφό συλλέκτης.

-Ο σκύλος του Οδυσσέα Άργος, άφησε την τελευταία του πνοή αφού είδε τον Οδυσσέα να επιστρέφει στην Ιθάκη, είκοσι χρόνια μετά την αναχώρηση του στην Τροία.

ἔνθα κύων κεῖτ’ Ἄργος ἐνίπλειος κυνοραιστέων.

δὴ τότε γ’, ὡς ἐνόησεν Ὀδυσσέα ἐγγὺς ἐόντα,

οὐρῇ μέν ῥ’ ὅ γ’ ἔσηνε καὶ οὔατα κάββαλεν ἄμφω,

ἄσσον δ’ οὐκέτ’ ἔπειτα δυνήσατο οἷο ἄνακτος

ἐλθέμεν· αὐτὰρ ὁ νόσφιν ἰδὼν ἀπομόρξατο δάκρυ,

Ομήρου Οδύσσεια, ρ`, 300- 304.

Εκεί ο Άργος ξαπλωτός ακάρεα (1) γεμάτοςόμως αφού οσμίστηκε τον Οδυσσέα δίπλα, κούνησε λίγο την ουρά, χαμήλωσε τ’ αυτιά του, 

αλλά δεν είχε δύναμη να τρέξει να τον φτάσει. Ο Οδυσσέας γύρισε αλλού την κεφαλή του κι` από τα μάτια τρέχανε τα δάκρυα της θλίψης για το πιστό του το σκυλί.

(1): Αρθρόποδα, κρότωνες, κοινώς τσιμπούρια.

Ο Οδυσσεύς κι ο Εύμαιος, έξω απ` το παλάτι, μιλούσαν και σκεφτότανε πως θα περάσουν μέσα. Εκεί που τέτοια λέγανε μιλώντας μεταξύ τους, ένα σκυλί σηκώθηκε που ήταν ξαπλωμένο πάνω σε ζώων κοπριά βοδιών και ημιόνων. Τέντωσε το κεφάλι του και όρθωσε τ` αυτιά του καθώς καλά κατάλαβε πως ο καλός αφέντης ο Οδυσσέας βρίσκονταν μπροστά του αλλαγμένος και με ζητιάνο έμοιαζε, γέρο, φτωχό και ξένο. Το άμοιρο πιστό σκυλί γνώρισε τον αφέντη, κούνησε λίγο την ουρά για να τον χαιρετίσει γιατί δεν είχε δύναμη να τρέξει πια κοντά του. Ο Οδυσσέας έστρεψε αλλού την κεφαλή του και ένα δάκρυ σκούπισε για το πιστό σκυλί του τον Άργο τ` όμορφο σκυλί και πρώτο στο κυνήγι. Τότε το μαύρο θάνατο συνάντησε ο Άργος σαν είδε τον αφέντη του τον εικοστό πια χρόνο.

Διασκευή, Ομήρου Οδύσσεια, ρ` 290- 323.

..Και μόνο ένα σκυλί, παλιόσκυλο, γεροντοπληγιασμένο,

σουρτό, κουτσαίνοντας τον ακλουθάει και τον σιγαναγλύφει. Νίκος Καζαντζάκης, Οδύσσεια, Ν` 120- 121.

-Έχω δει ένα φευγαλέο βλέμμα στα μάτια των σκυλιών, ένα βλέμμα παιχνιδιάρικης απαξίωσης, που δείχνει ότι τα σκυλιά πιστεύουν ότι οι άνθρωποι είναι χαζοί. Τζων Στάινμπεκ, Νόμπελ Λογοτεχνίας 1962.

-Οι σκύλοι είναι η επαφή μας με τον παράδεισο. Δε γνωρίζουν την κακία, το φθόνο, τη δυσφορία. Μίλαν Κούντερα.

Το ζώο στη ζωή μας δεν είναι υποκατάστατο. Η σχέση μαζί του είναι μια πρότυπη, αυθεντική, πρωταρχική σχέση, υπαγορευμένη από την ίδια την φύση. Θα προχωρήσω όμως πάρα πέρα. Όχι μόνο το ζώο δεν είναι υποκατάστατο – αλλά για τον άνθρωπο είναι αναντικατάστατο. Η σύνδεση με αυτό προσφέρει κάτι που δεν μπορεί να το αντλήσουμε από αλλού. Ούτε από την σχέση με άλλον άνθρωπο.

Οι ταπεινοί σκύλοι, οι αθόρυβες γάτες, είναι πρεσβευτές του όντος κοντά μας. Είναι αγγελιαφόροι της άλλης όχθης.

Αν ρωτήσετε τους περισσότερους ζωόφιλους, τι τους ελκύει στα ζώα, θα σας μιλήσουν για την σταθερότητα, την εμπιστοσύνη. Το ζώο, θα σας πουν, δεν σε προδίδει ποτέ. Γιατί δεν προδίδει ούτε τον εαυτό του. Είναι αυτό που είναι. Ξέρει αυτά που ξέρει, απόλυτα. Δεν ταλαντεύεται. Δεν παλινδρομεί. Δεν αμφιβάλλει ούτε αμφισβητεί. Δεν έχει άγχος θανάτου ούτε ζωής. Και η αγάπη του είναι σταθερή και διαυγής. Δεν έχει προϋποθέσεις, ούτε διαθέσεις, ούτε διακυμάνσεις.

Νίκος Δήμου. Ένα υπέροχο κείμενο για τη σχέση μας με τα ζώα, απόσπ. Pet Pet. News, 3 Ιουλίου 2016

Του σκύλου η ουρά. Ζαχαρίας Παπαντωνίου.

Έχω ακούσει χίλια λόγια χαρωπά, λυπητερά, μα ποτέ καμιά φορά δε μιλήσανε τα λόγια σαν του σκύλου την ουρά.

Ανταμώθηκαν άνθρωποι κι έχουν κλάψει από χαρά «Καλωσόρισες» δεν είπε σαν του σκύλου την ουρά.

Και σε φίλους και σε ξένους έχω δώσει τη χαρά. με ξεχάσαν μια φορά… μα πιστός μου μένει ο σκύλος και σαλεύει την ουρά. Άργος, ο σκύλος του Οδυσσέα. Αφέντη, τόσα χρόνια που ’λειπες, εδώ απορριγμένος — κοίταξέ με απάνου στην κοπριά που ’χουν για τα χωράφια. Αγκάθια και τσιμπούρια μπηχτήκαν στο πετσί μου. Τόσα χρόνια, αφέντη, και δεν είχα σε ποιόνε να κουνήσω την ουρά μου. Πού ’ναι τα πρωινά μας με τη δροσιά στα δάση, τα νερά, τα φύλλα, το κυνήγι, τα πολύχρωμα πούπουλα στον αέρα τα βράδια; Καρτερώντας κοκάλωσαν τα μάτια μου — δεν κλείνουν· πέτρωσε κι η τσίμπλα. Βάλε το χέρι σου ανάμεσα στ’ αυτιά μου, να μπορέσω να πεθάνω. Ο αφέντης πέρασε, τον κλότσησε, μπήκε στα δώματα. Σε λίγο ακούστηκε το σφύριγμα απ’ τα βέλη που καρφώνονταν στους τοίχους.

Κι ο Άργος, εκεί, με πετρωμένη ουρά, με πετρωμένα μάτια — να μην κλείνουν, νεκρός απάνου στην κοπριά, να βλέπει ακόμα — πρώτη του φορά να βλέπει. Γιάννης Ρίτσος. Λέρος, 22. ΙΧ. 68.

1* . Αρχιτέκτων. Ιστορικός Αρχιτεκτονικής. Ιστορικός Τέχνης.

2*. Στον Νικόλα και στον Μπάμπη.