Θα μπορούσε να είναι λογοτεχνική περιγραφή: Εκατοντάδες άνθρωποι στριμωγμένοι στο σαλόνι του καραβιού που τους μεταφέρει σε ένα νησί για να περάσουν τις διακοπές του Πάσχα. Οι προσεκτικά επιλεγμένες τηλεοπτικές εικόνες της «μεγάλης φυγής» που μεταφέρονται από τις οθόνες, υποδαυλίζουν τη «συνενοχή» και δυναμώνουν τη ψευδαίσθηση της «κανονικότητας» που με επιμέλεια καλλιέργησαν οι υπουργοί της κυβέρνησης.
Οι επιβάτες καθησυχασμένοι ανταλλάσσουν μνήμες από την πανδημία, με την άνεση του εφησυχασμένου που ένιωσε τη μεγάλη συμφορά να περνά δίπλα του. Η ένταση των ανέμελων συζητήσεων δυναμώνει. Η καλλιεργημένη ψευδαίσθηση ενδυναμώνεται τόσο ώστε ο αχός της να καλύπτει τις απάνθρωπες εικόνες από την καραντίνα της Σανγκάης. Ακόμα και οι εμμονικοί πιστοί της τηλεοπτικής αλήθειας αντιμετωπίζουν τις εικόνες της κινεζικής δυστοπίας ως κάτι πολύ μακρινό· κινηματογραφικό. Η πραγματικότητα της Γιουχάν και η ταχύτητα με την οποία μετακινήθηκε για να φτάσει στα σπίτια μας έχουν απωθηθεί στις πιο σκοτεινές γωνιές της μνήμης. Ο μαγικός κανόνας της δημιουργίας ψευδαισθήσεων επιβεβαιώθηκε.
Για να αντιληφθεί κανείς την έκταση της καλλιεργημένης από το πολιτικό σύστημα πασχαλιάτικης ψευδαίσθησης της «κανονικότητας», δεν έχει παρά να μεταφερθεί σε κόσμο… ψευδαισθήσεων. Της λογοτεχνίας. Σε αυτήν μπορείς να αποκτήσεις μια διαχρονική εικόνα των πανδημιών και των αντιδράσεων των κοινωνιών, πολύ πιο αληθινή από αυτήν που καλλιεργούν οι πολιτικοί.
Το «Δεκαήμερο» του Βοκάκιου, με την περιγραφή του σχετικά με τους ληθαργικούς, αφηγηματικούς Φλωρεντινούς κατά τη Μαύρη Πανούκλα του 14ου αιώνα. Ο Σοφοκλής στον «Οιδίποδα Τύραννο» χρησιμοποιεί έναν λοιμό ως φόντο μιας ιστορίας που ουσιαστικά αποτελεί επιτίμηση της ανθρώπινης ικανότητας για αυτογνωσία. Οπως κάνει ο Σοφοκλής, το ίδιο κάνει και ο Θουκυδίδης με την επιδημία στην Αθήνα όταν οι θεοί αποδείχτηκαν άχρηστοι και οι ικεσίες και οι θυσίες χωρίς αντίκρισμα.
Αλλά και πιο σύγχρονοι γραφιάδες με τις ιστορίες τους –επινοημένες ή μη δεν έχει τόση σημασία–ασχολήθηκαν με τις αλήθειες της πανδημίας. Στο «A Journal of the Plague Year» ο Daniel Defoe περιγράφει τη μανιακή συμπεριφορά των Λονδρέζων του 1665 που προσπαθούν να επιβιώσουν από τη βουβωνική πανώλη που έπληξε την πόλη τους: φορούν γάντια, καθαρίζουν τα πάντα με ξίδι και δεν αγγίζουν κανέναν. Ο Defoe περιγράφει τη φρίκη της καραντίνας: απελπισμένες μητέρες να αναζητούν τρομακτικά σημάδια στη σάρκα τα οποία αποκαλούν «μάρκες», να προσπαθούν να προστατεύσουν τα παιδιά τους αλλά αντί γι’ αυτό να τα μολύνουν. Οικογενειακοί θάνατοι που φρικωδώς προκαλούνται από την αγάπη.
Στα παλιά κείμενα και στη λογοτεχνική προσέγγιση των πανδημιών βρίσκει κανείς απτά σημάδια της στάσης του πολιτικού συστήματος και κυρίως την προσπάθειά του να βρει… υπεύθυνους. Ο Θουκυδίδης περιγράφει πώς ο τεράστιος αριθμός των κρουσμάτων επηρέασε τους θεσμούς της πόλης. Οι ταφικές παραδόσεις εγκαταλείφθηκαν γρήγορα, με τους δρόμους και τους ναούς να έχουν ψηλούς σωρούς από τα σώματα των νεκρών και εκείνων που πέθαιναν. Οσοι ήταν ακόμα ζωντανοί, τσακισμένοι από τη σφοδρότητα του γεγονότος, «έγιναν εντελώς αδιάφοροι για τα πάντα, είτε ιερά είτε άσεμνα». Με την έκλειψη του «φόβου των θεών ή του νόμου των ανθρώπων», η αναρχία έγινε ο κανόνας καθώς οι άντρες «αποτολμούσαν με ηρεμία αυτό που είχαν κάνει στο παρελθόν μόνο όταν ήταν σε δυσκολία».
Η Susan Sontag, η Αμερικανίδα συγγραφέας, κινηματογραφίστρια και πολιτική ακτιβίστρια, με αφορμή τη σύφιλη που σάρωνε την Ευρώπη στα τέλη του δέκατου πέμπτου αιώνα, έδωσε την εθνικιστική διάσταση στην ευθύνη για την ασθένεια: «Ηταν η “γαλλική ευλογιά” για τους Αγγλους, η morbus Germanicus για τους Παριζιάνους, η ασθένεια της Νάπολης για τους Φλωρεντινούς, η κινεζική ασθένεια για τους Ιάπωνες». Μήπως και ο Ντόναλντ Τραμπ δεν χαρακτήρισε τον κορονοϊό «κινεζικό ιό»;
Ο Dickens στον «Bleak House» επιστρατεύει την ευλογιά για να περιγράψει τις ψευδαισθήσεις που προκαλεί η αρρώστια. Για τους υπεροπτικούς αριστοκράτες που πιστεύουν ότι είναι ασφαλείς πίσω από τα τείχη των αρχοντικών τους, η παραγκούπολη του Λονδίνου είναι μια συνεχής πηγή ασθένειας και θανάτου. Στο τέλος όμως και αυτοί διαπιστώνουν ότι ακόμα και για τους πιο ισχυρούς ανθρώπους η ανοσία είναι μια μυθοπλασία.
Η λογοτεχνία διδάσκει ότι οι πανδημίες έχουν τη δική τους αλήθεια, την οποία δεν μπορούν να επηρεάσουν ούτε οι πολιτικοί ούτε οι άρχοντες ούτε οι ιερείς. Οι ψευδαισθήσεις που καλλιεργούν αποδεικνύονται αδύναμες εμπρός στη δύναμη της πραγματικότητας. Και όταν τα ολέθρια αποτελέσματα της εξαπάτησης αποκαλυφθούν, τότε η οργή των εξαπατημένων αποδεικνύεται υπέρτερη του «φόβου των θεών ή του νόμου των ανθρώπων».
* Δημοσιογράφος, συγγραφέας
