Ο πρώτος εκλογικός κύκλος της γαλλικής προεδρικής αναμέτρησης του 2022 περιόρισε ριζικά τις δυνητικές πολιτικές και κοινωνικές ερμηνείες που θα μπορούσαν να δοθούν βάσει του αποτελέσματος της κάλπης της Κυριακής. Ο μέχρι νεωτέρας πρόεδρος Μακρόν κατόρθωσε εμφανώς να κινητοποιήσει μια σχετικώς άνετη πλειοψηφία εκλεκτόρων, βελτιώνοντας μάλιστα το ποσοστό του συγκριτικά με εκείνο του Μαΐου του 2017 (συγκέντρωσε φέτος 27,8% έναντι περίπου 24% πριν από μια πενταετία).
Το παρόν άρθρο δεν αποσκοπεί στην ανάλυση της εκλογική νίκης του Μακρόν. Αντιθέτως, σκοπός του είναι να αναδείξει την έλλειψη ιδεολογικής συνέπειας της διακυβέρνησης της περασμένης πενταετίας, καθώς και να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους το πολιτικό κενό που δημιουργήθηκε δεν μπόρεσε να οικειοποιηθεί από την Αριστερά. Η αποτυχία του κόμματος της Ανυπότακτης Γαλλίας του Μελανσόν ίσως ενέχει κάποια διδάγματα για την εγχώρια Αριστερά και τον ΣΥΡΙΖΑ.
Μια υποτυπώδης αποτίμηση της θητείας του Μακρόν, η οποία χαρακτηρίστηκε από σχετικώς αμφιλεγόμενα πολιτικά μέτρα, έχει κάθε αναλυτικό νόημα. Η κυβέρνηση, για παράδειγμα, κατήργησε τον φόρο ρευστής περιουσίας, ενίσχυσε την αποποινικοποίηση της αστυνομικής καταστολής, στήριξε την περαιτέρω μείωση της κρατικής χρηματοδότησης της δημόσιας υγείας και της δημόσιας παιδείας και τέλος κατήργησε κομβικά εργασιακά δικαιώματα. Τούτη η γραμμή εγχώριας διακυβέρνησης αντιμετωπίστηκε με περίσσια δυσαρέσκεια από ένα σεβαστό τμήμα των Γάλλων πολιτών της επαρχίας αλλά και από τα υποβαθμισμένα και παραμελημένα κοινωνικά στρώματα των πόλεων.
Παρά ταύτα, ο ηγετικός ρόλος του Μακρόν εντός ευρωζώνης και Ε.Ε. συνέβαλε μέγιστα στην υλοποίηση μεταρρυθμίσεων που είχαν θετικό κοινωνικό αντίκτυπο. Το Ταμείο Αναδιάρθρωσης που δομήθηκε τον Ιούλιο του 2020, κυρίως με δική του πρωτοβουλία, επέτρεψε τη διάθεση 750 δισ. ευρώ προς τις ευρωπαϊκές εκλεγμένες κυβερνήσεις των κρατών-μελών που είχαν υποστεί τη συμμετρική οικονομική, κοινωνική και υγειονομική κρίση λόγω της πανδημίας του Covid-19.
Μάλιστα, το 41,6% του προϋπολογισμού αυτού (312,5 δισ.) ετέθη διαθέσιμο σε μορφή επιχορηγήσεων. Η επίβλεψη των δημόσιων δαπανών, που οφείλονταν στους πόρους του ταμείου από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, υλοποιήθηκε βάσει κριτηρίων οικονομικής ανάπτυξης, δημιουργίας θέσεων εργασίας και αναδιαμόρφωσης της κοινωνικής συνοχής μέσω της μείωσης των οικονομιών ανισοτήτων. Ως εκ τούτου, γίνεται αντιληπτό πως η διακυβέρνηση Μακρόν χαρακτηρίζεται από μια σαφή ιδεολογική σύγχυση. Η σύγχυση αυτή δημιούργησε ένα πολιτικό «κενό» στα εθνικά πολιτικά δρώμενα της Γαλλίας, καθώς ένα, ίσως πλειοψηφικό, ποσοστό των Γάλλων πολιτών έμεινε σαφώς δυσαρεστημένο από την εγχώρια εφαρμοσμένη πολιτική γραμμή.
Εάν αναιρέσουμε τη δεξιά ή ακροδεξιά ψήφο ως βιώσιμη εναλλακτική, μία εκ των αριστερών εναλλακτική πρόταση στην πότε νεοφιλελεύθερη πότε μακιαβελική διακυβέρνηση Μακρόν θα απολάμβανε θεωρητικά ενός ιδεολογικού και πολιτικού υπαρκτού κοινού προς διεκδίκηση. Σε αυτές τις εκλογές, εκπρόσωπος της πρότασης αυτής υπήρξε ανεπιτυχώς ο Ζαν-Λικ Μελανσόν. Παρά τη συγκρότηση ενός εκλογικού ποσοστού 22% και παρά τη σεβαστή υποστήριξη που έλαβε από μια πλειοψηφία των νέων πολιτών, ο εν λόγω υποψήφιος δεν μπόρεσε ποτέ να ξεφορτωθεί το αυταρχικό προφίλ που του έχει κατά καιρούς προσαφθεί.
Το συγκεκριμένο ελάττωμα λαμβάνει σημαντικές διαστάσεις σε μια χώρα όπως η Γαλλία, της οποίας το προεδρικό πολίτευμα απαιτεί από τον αρχηγό του κράτους την επίδειξη εμβληματικών, συμβολικών και ρητορικών αρετών. Επιπροσθέτως, και συνδυαστικά θα έλεγα, ο Μελανσόν δεν έδειξε καμία διάθεση κατάρτισης μιας σοβαρής ευρωπαϊκής πολιτικής γραμμής.
Η συγκυρία των γαλλικών εκλογών έχει ωστόσο τη δυνατότητα να διδάξει την Αριστερά της διακυβέρνησης, η οποία στη χώρα μας εκπροσωπείται από τον ΣΥΡΙΖΑ, ένα πολύτιμο μάθημα, άνευ πάσης φύσεως κόστους. Το αναδρομικό, ευγενές μέλημα της Αριστεράς υπήρξε πάντοτε η υπεράσπιση των ανίσχυρων. Πιστοί στον μαρξισμό, η πρώτη και κύρια πηγή ανισοτήτων και υποτέλειας είναι η οικονομική και υλική σχέση εξουσίας.
Αδιαμφισβήτητα, μια αριστερή παράταξη σεβόμενη τον εαυτό της δεν θα μπορούσε να μη λάβει υπόψη όλους τους υπόλοιπους, εξίσου σοβαρούς δεσμούς υποτέλειας που αντανακλώνται στην κοινωνική μας καθημερινότητα: τις ανισότητες μεταξύ των δύο φύλων, τις φυλετικές ανισότητες, τις νέες μορφές εργασιακής εκμετάλλευσης κ.ο.κ. Για τον λόγο αυτόν, η Αριστερά τού σήμερα οφείλει την επιτακτική και αμετάκλητη προσήλωσή της στον ευρωπαϊκό της προσανατολισμό.
Υπέρ μιας κοινής, επεκτατικής και γενναίας δημοσιονομικής και φορολογικής πολιτικής. Υπέρ της ενίσχυσης των δημοκρατικών πολιτευμάτων και των θεσμών τους. Υπέρ μιας αναδιάρθρωσης των θεσμών της Ευρώπης, ενισχύοντας την εξουσία του εκλεγμένου Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Για την επέκταση της κοινωνικής και οικονομικής προστασίας, της αλληλεγγύης και της δικαιοσύνης.
Η υπεράσπιση της ισότητας και της πολιτικής δικαιοσύνης περνάει, σήμερα πιο κρίσιμα από ποτέ, από μια συμφιλίωση με το ιδεώδες ενός αριστερού προοδευτικού μετώπου, ενωμένου και πολυσυλλεκτικού. Με προσήλωση στην υλική ευμάρεια, την εξασφάλιση της δημοκρατικής συμμετοχής για όλες και όλους και τη βιώσιμη και ισότιμη ενεργειακή μετάβαση.
* υποψήφιος διδάκτορας Φιλοσοφίας Université Paris I Panthéon-Sorbonne
