ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιώργος Καπόπουλος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Πριν από είκοσι χρόνια, την 21η Απριλίου του 2002, όταν έκλεισαν οι κάλπες του πρώτου γύρου των προεδρικών εκλογών στην Γαλλία, τα πρώτα exit polls πάγωσαν τους τηλεθεατές.

Στον δεύτερο γύρο αντίπαλος του προέδρου Σιράκ δεν ήταν ο πρωθυπουργός Ζοσπέν αλλά ο υποψήφιος του ακροδεξιού Εθνικού Μετώπου, Λεπέν.

Αυτό που κυριάρχησε είναι η έκπληξη καθώς από το 1981 και μετά η γαλλική κοινωνία βλέπει να εναλλάσσονται στην εξουσία η Δεξιά και η Αριστερά, ο προεκλογικός προγραμματικός λόγος των οποίων διαψεύδεται από μια παρόμοια διαχείριση περικοπής κεκτημένων.

Από τον Μιτεράν στον Σιράκ και από τον Σαρκοζί και τον Ολάντ στον Μακρόν, η εγκατάλειψη των προεκλογικών δεσμεύσεων δικαιολογείται σταθερά ότι υπαγορεύεται από τη δυναμική της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης αλλά και από την παγκοσμιοποίηση.

Το 1995 ο Σιράκ, υποψήφιος της Δεξιάς για την προεδρία, δεν δίστασε να υπερφαλαγγίσει από τα αριστερά τον υποψήφιο του Σοσιαλιστικού Κόμματος, Ζοσπέν, υποσχόμενος παρεμβάσεις υπέρ της αποκατάστασης της κοινωνικής συνοχής, ακόμη και αν χρειαζόταν απόκλιση από τη Συνθήκη του Μάαστριχτ και το Σύμφωνο Σταθερότητας.

Ο Σιράκ, λίγους μήνες μετά την εκλογή του, στο όνομα της πορείας προς την ΟΝΕ εξήγγειλε ένα πακέτο περικοπών μείζονος κλίμακας και βρέθηκε μπροστά σε ένα τρίμηνο απεργιακό κύμα που παρέλυσε τη χώρα.

Την άνοιξη του 1997 προκήρυξε πρόωρες βουλευτικές εκλογές για να διασφαλίσει νωπή λαϊκή εντολή για ένα ευρύ πρόγραμμα περικοπών και διαρθρωτικών αλλαγών στο όνομα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Τις εκλογές τις κέρδισαν οι Σοσιαλιστές, που συγκρότησαν κυβέρνηση συγκατοίκησης με τον Σιράκ υπό τον Ζοσπέν, με την κυβερνητική διαχείριση πάντα να δίνει προτεραιότητα στους ευρωπαϊκούς και παγκόσμιους συσχετισμούς και να συμπιέζει την κοινωνία.

Από το παραπάνω αυτό σκηνικό προέκυψε η εκτόξευση του Λεπέν το 2002.

Λίγες μέρες μετά το σοκ της 21.4.2002, η γαλλική πολιτική ελίτ συνέχισε να αυτοακυρώνεται με την ολοένα και πιο έντονη διάσταση ανάμεσα στην επικοινωνιακή ρητορική και μια μονόδρομη συνταγή διαχείρισης.

Από τον Σαρκοζί στον Ολάντ και στον Μακρόν, αργά αλλά σταθερά οι ψηφοφόροι συνειδητοποιούσαν ότι μόνο μια ψήφος προειδοποίησης για συνολική απαξίωση του πολιτικού συστήματος μπορεί να προκαλέσει αλλαγή γραμμής πλεύσης.

Ετσι φτάσαμε στο 2017, όπου ο δεύτερος γύρος των προεδρικών εκλογών ήταν ξανά όπως το 2002 μια συσπείρωση του δημοκρατικού τόξου απέναντι στην υποψήφια του Εθνικού Μετώπου, Λεπέν.

Η Γαλλία καλείται να εγκαταλείψει το δικό της εναλλακτικό σε σχέση με τον αγγλοσαξονικό καπιταλισμό μοντέλο.

Στη Γαλλία, από την εποχή του Λουδοβίκου 14ου το κράτος είχε διαχρονικά βαρύνοντα παρεμβατικό ρόλο στην οικονομία.

Το κράτος δεν ήταν μόνο εγγυητής της κοινωνικής ειρήνης μέσω διορθωτικών παρεμβάσεων που οριοθετούσαν τη διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων, αλλά και επιχειρηματίας που δεν προέτασσε το άμεσο κέρδος αλλά τολμούσε επενδύσεις υψηλού κινδύνου.

Το γαλλικό μοντέλο αυξημένου κρατικού παρεμβατισμού ονομάστηκε «κολμπερτισμός» από το όνομα του υπουργού Οικονομικών του Λουδοβίκου 14ου, Κολμπέρ.

Με δυο λόγια, η πολιτική κρίση που έχει κορυφωθεί την τελευταία εικοσαετία εξηγείται από την άρνηση ενός ολοένα και μεγαλύτερου τμήματος της γαλλικής κοινωνίας να αποδεχθεί ως εκσυγχρονισμό και ως προσαρμογή στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και την παγκοσμιοποίηση την κατεδάφιση του γαλλικού μοντέλου, το οποίο οι Αγγλοσάξονες απαξιώνουν ως γαλλική εξαίρεση.

Μέσα σε αυτό το σκηνικό οι ψηφοφόροι καλούνται να επιλέξουν στον δεύτερο γύρο των εκλογών, όπως και το 2017, τον Μακρόν ή τη Λεπέν.

Την αναμέτρηση από ό,τι φαίνεται θα κρίνουν όσοι θα επιλέξουν την αποχή, που είναι η μόνη δυνατότητα να απαντήσουν «κανένας από τους δύο» στο ερώτημα «Λεπέν ή Μακρόν;».