ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Θεόδωρος Γεωργίου*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μέχρι πρόσφατα πολιτικοί φιλόσοφοι, πολιτικοί αναλυτές, διεθνολόγοι αλλά προ πάντων τα κόμματα στην Ελλάδα εξέταζαν την Αγκυρα υπό το πρίσμα των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Με άλλα λόγια, έβλεπαν μια επίπεδη αμφίπλευρη σχέση επικοινωνίας (ανταγωνισμού θα έλεγα) μεταξύ της Αθήνας και της Αγκυρας χωρίς έστω να διακρίνουν κάποιες δυναμικές όψεις οι οποίες άρχισαν να διαμορφώνονται σταδιακά και οι οποίες τελικά οδήγησαν στα νέα πραγματολογικά δεδομένα.

Από δω και στο εξής στις ελληνοτουρκικές σχέσεις προστέθηκε ένας νέος παράγοντας από την πλευρά της Αγκυρας. Η Τουρκία στο πλαίσιο της ουκρανικής κρίσης θεσμοθετήθηκε ως ηγεμονική δύναμη η οποία δεν παίζει μόνο γενικώς και αορίστως ρόλο στην Ανατολική Μεσόγειο, αλλά προ πάντων εκπονεί προγράμματα διαπραγματεύσεων μεταξύ Μόσχας και Κιέβου. Αυτό το τελευταίο δεδομένο θα πρέπει η Αθήνα να το επεξεργαστεί και να το εντάξει στην επιχειρηματολογία της στις επαφές της με την Αγκυρα.

Οι συνάδελφοι επιστήμονες των διεθνών σχέσεων και προ πάντων οι ειδικοί επί των ελληνοτουρκικών σχέσεων ας μελετήσουν αυτές τις νέες εξελίξεις. Η Αγκυρα, σε αντίθεση προς άλλες πρωτεύουσες της Δύσης (π.χ. Λονδίνο ή Βερολίνο), ανέλαβε επικοινωνιακές πρωτοβουλίες για να επιλυθεί η ουκρανική κρίση. Ενώ η Αμερική αντιδρά συναισθηματικά, όπως παραδέχτηκε ο πρόεδρός της μπροστά στον πόλεμο και την εισβολή του Πούτιν στην Ουκρανία και ενώ το Βερολίνο βρήκε την ευκαιρία για τον πολεμικό και αμυντικό εξοπλισμό του και ενώ η Αθήνα «τρέχει πίσω από τα γεγονότα», η Αγκυρα ηγείται μιας επικοινωνιακής επιχείρησης και προγράμματος προσέγγισης Μόσχας και Κιέβου και τελικά αναγορεύτηκε στον κατεξοχήν παράγοντα ο οποίος θα μπορούσε να διευθετήσει το πρόβλημα.

Δύο ακόμη σημεία αξίζει να τονιστούν στην κριτικο-ερμηνευτική προβληματική μου: πρώτον, ότι τον ρόλο του διαμεσολαβητή αναλαμβάνει τελικά η Αγκυρα και όχι κάποια άλλη πολιτική οντότητα από τις υπερδυνάμεις (όπως π.χ. το Πεκίνο), σημαίνει ότι τελικά συντελείται ένας νέος καταμερισμός εργασίας και δυνάμεων στο πλαίσιο της παγκόσμιας ηγεμονίας.

Και το δεύτερο σημείο είναι το εξής: έχει γίνει αποδεκτό ότι αυτό που διακυβεύεται κατά τη διάρκεια της ουκρανικής κρίσης, και εκτός από τις καταστροφικές, απάνθρωπες συνέπειες (πρόσφυγες, πείνα και δυστυχία), είναι η ίδια η πυρηνική απειλή που βρίσκεται πάνω από τα κεφάλια της ανθρωπότητας σε πλανητικό επίπεδο. Θυμίζω σε όλους μας ότι πριν από σχεδόν τριάντα χρόνια (5 Δεκεμβρίου 1994) πέντε κράτη που κατείχαν πυρηνικά όπλα υπέγραψαν το περίφημο Memorandum on Security Assurances (Βουδαπέστη). Αυτά τα κράτη είναι οι ΗΠΑ, η Μεγάλη Βρετανία, η Ρωσία, η Κίνα και η Γαλλία. Και έκτοτε όλα αυτά τα κράτη με «υπόγειες ενέργειές» τους, το καθένα για τα δικά του εθνικά και γεωπολιτικά συμφέροντα, τορπιλίζουν και αυτή τη συνθήκη.

Τέλος τονίζω ως συμπέρασμα το εξής: η ουκρανική κρίση ανέδειξε την Αγκυρα όχι ως ένα εθνικό ή πολιτικό υποκείμενο που εντάσσεται με τη μία ή την άλλη πλευρά, αλλά αντιθέτως η ίδια η Αγκυρα κατέστη ο διαπραγματευτής, ο διαμεσολαβητής στις δυο πλευρές. Και τονίζω επίσης ότι η ουκρανική κρίση επιβάλλει να επαναπροσδιορίσουμε ως ανθρωπότητα τη σχέση μας με την αυτοκαταστροφή μας (δηλαδή με τη χρήση των πυρηνικών).

* καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης