O λόρδος Ντέιβιντ Όουεν υπήρξε υπουργός Εξωτερικών με τους Εργατικούς επί Τζέιμς Κάλαχαν και στη συνέχεια συνιδρυτής και αρχηγός του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος. Ως γιατρός έχει ασχοληθεί εκτενώς με τις επιπτώσεις της ασθένειας των πολιτικών αρχηγών. Στην πρωτότυπη μελέτη του «Ασθενείς ηγέτες στην εξουσία»(**) που σε μετάφραση Ρούλας Κοκολιού εκδόθηκε από τις εκδόσεις Καστανιώτη το 2009 και επανεκδόθηκε το 2015 από τον Οργανισμό Λαμπράκη ως προσφορά στο «Βήμα της Κυριακής», εξετάζει τη σχέση πολιτικής και ασθένειας την περίοδο 1901-2007, και ιδιαίτερα το πώς μια σωματική ή πνευματική νόσος, αλλά και η αντιμετώπιση της, μπορεί να σπρώξει τους πολιτικούς ηγέτες σε παράλογες και απερίσκεπτες ενέργειες, με αποτέλεσμα να επηρεάζεται η διαδικασία λήψης αποφάσεων και η λειτουργία του κράτους.
Ο συγγραφέας εστιάζει ιδιαίτερα σε εκείνους τους πολιτικούς αρχηγούς και ηγέτες του 20ού αιώνα, όπως οι Ρούζβελτ, Μουσολίνι, Χίτλερ, Τσόρτσιλ, Μάο, Τζον Κένεντι, Nίξον, Θάτσερ, Ρήγκαν, Μιτεράν, Γέλτσιν, Σιράκ, Μπλερ, Τζορτζ Μπους, Αριέλ Σαρόν κ.ά. που, ενώ δεν έπασχαν από κλινικά νοσήματα, εμφάνιζαν το «σύνδρομο της ύβρεως», δηλαδή αλλοιωμένη αντίληψη της πραγματικότητας, καθώς και υπερβολική αυτοπεποίθηση και απαξίωση των αντίθετων απόψεων ή και όλων των απόψεων πλην των δικών τους.
Είναι δεδομένο ότι η ταπεινότητά μου δεν δύναται να αναλάβει τον ρόλο του Λόρδου Όουεν, όμως είναι αμφίβολο αν οι σχετικές επιλογές του πρωθυπουργού συμβαδίζουν με την προαναφερόμενη λογική.
Ας εξετάσουμε για παράδειγμα μερικές πρόσφατες αποφάσεις και αναφορές του, τον τρέχοντα μήνα, ξεκινώντας από την ομιλία του της 1ης Μαρτίου στην Βουλή και συγκεκριμένα την δευτερολογία του κατά την ενημέρωση του Σώματος, σχετικά με την κρίση στην Ουκρανία όπου μεταξύ άλλων ανέφερε: «……κάνατε ορισμένα σχόλια σχετικά με τη διαδικασία λήψης αποφάσεων, το γεγονός ότι δεν είχε συνεδριάσει το ΚΥΣΕΑ, κάνετε λάθος το ΚΥΣΕΑ είχε συνεδριάσει την περασμένη Πέμπτη και είχε εξουσιοδοτήσει όλα τα μέλη του, κατά την αρμοδιότητά τους, να πάρουν τις σχετικές αποφάσεις, είχα δε ενημερώσει τηλεφωνικά όλα τα μέλη του ΚΥΣΕΑ για την απόφαση να αποστείλουμε στρατιωτικό υλικό στην Ουκρανία……».
Προφανώς ο πρωθυπουργός αναφέρεται στην απόφασή του, της 24 Φεβρουαρίου, να αποστείλει Καλάσνικοφ και εκτοξευτές, μεταξύ άλλων στρατιωτικών υλικών, στην Ουκρανία, ξεκάθαρα επιλέγοντας πλευρά εμπλεκομένων και εμπλέκοντας ενεργά και από τις πρώτες Δυτικές χώρες, την δική μας στον πόλεμο. Ο πρωθυπουργός στη δευτερολογία του προσπαθεί να πείσει το Σώμα ότι στο ολιγόωρο συμβούλιο της Πέμπτης 22 Φεβρουαρίου, του ανατέθηκε η ευθύνη, βάσει των αρμοδιοτήτων του, να επιλέξει το είδος του οπλισμού που θα απέστειλε η Ελλάδα στην Ουκρανία, εν προκειμένω επιθετικό. Την επιλογή αυτή φαίνεται να ανήγγειλε τηλεφωνικά στο ωριαίο σχεδόν ΚΥΣΕΑ της 24ης Φεβρουαρίου, στον Υπουργό Εξωτερικών, καθότι ο Υπουργός Άμυνας και ο ΑΓΕΕΘΑ ήταν παρόντες στου Μαξίμου. Προφανώς το τηλεφώνημα αυτό επιβαρύνθηκε και με κόστος roaming, λόγω του ότι ο Υπουργός Εξωτερικών βρισκόταν στην Αφρική, στο Πράσινο Ακρωτήρι.
Αυτό το υβριδικό (τηλεφωνικό / και με φυσική παρουσία) ωριαίο ΚΥΣΕΑ είχε σαν αποτέλεσμα μια σημαντική μεταβολή στην εξωτερική πολιτική της μεταδικτατορικής Ελλάδας, σε σχέση με την μέχρι εκείνη τη στιγμή αντίληψη περί τήρησης ουδετερότητας σε περιπτώσεις πολεμικών επιχειρήσεων εκτός συνόρων, ή το πολύ παροχής επιμελητείας και υποστήριξης σε περιπτώσεις που υφίστατο σχετικό ψήφισμα του ΟΗΕ. Η απόφαση αυτή που διαφημίστηκε άμεσα από την ΕΡΤ ως απόφαση Μητσοτάκη «ανταποκρίθηκε στο αίτημα της Ουκρανίας» και λήφθηκε «σε συνεννόηση με τους συμμάχους στο ΝΑΤΟ και τους εταίρους στην Ευρωπαϊκή Ένωση». Για την άρση δε κάθε αμφιβολίας περί της πατρότητάς της, σε συνέντευξή του στην τηλεόραση του «Άλφα» στις 4 του μήνα ο πρωθυπουργός ανέφερε: «Κατ’ αρχάς, οι αποφάσεις αυτές είναι αποφάσεις σε επίπεδο πρωθυπουργού. Δεν διαβουλεύομαι για να πάρω αυτές τις αποφάσεις, ούτε ζητώ τη σύμφωνη γνώμη της αντιπολίτευσης».
Εξετάζεται βέβαια για μια άλλη φορά η επιλογή του πρωθυπουργού για αποστολή του συγκεκριμένου είδους στρατιωτικού υλικού, σε αντιδιαστολή με τις πρόσφατες αποφάσεις άλλων χωρών, όπως η Γερμανία, για αποστολή «αμυντικού» στρατιωτικού υλικού, όπως τα κράνη και τα μεταφερόμενα από στρατιωτικό προσωπικό αντιαεροπορικά βλήματα, σημειώνεται επίσης η αντίθεσή της στην αποστολή αεροσκαφών στο θέατρο επιχειρήσεων ως επιθετικά στρατιωτικά μέσα. Η λογική αυτή της Γερμανίας έρχεται σε αντίθεση με αυτήν του πρωθυπουργού μας, που θεωρεί ότι, επιθετικό στρατιωτικό υλικό χαρακτηρίζεται ως αμυντικό, όταν δίδεται σε χώρα που αμύνεται(!). Το πρόβλημα μεγεθύνεται όταν το υλικό αυτό δύναται να δοθεί σε Ουκρανούς πολίτες ή ακόμα και σε ποινικούς εγκληματίες, στους οποίους δόθηκε χάρη για να συμμετάσχουν στην άμυνα της χώρας τους.
Παρόλα αυτά ο πρωθυπουργός μας φαίνεται να συνεννοείται καλύτερα με τους «συμμάχους στο ΝΑΤΟ και τους εταίρους στην Ευρωπαϊκή Ένωση», παρά με τους ντόπιους πολιτικούς αρχηγούς. Στην προαναφερόμενη συνέντευξη ανέφερε σχετικά «δεν πιστεύω στα συμβούλια πολιτικών αρχηγών. Προσωπικά δεν έχω συγκαλέσει κανένα. Δεν θεωρώ ότι προσφέρουν κάτι. Έχω συμμετάσχει σε κάποια. Θεωρώ ότι είναι μια συζήτηση η οποία -έτσι όπως είναι οργανωμένη- δεν έχει κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Δεν προσθέτει κάτι.» Μια αντίληψη που παραπέμπει στην εισαγωγή αυτού του άρθρου, περί «υπερβολικής αυτοπεποίθησης και απαξίωσης των αντίθετων απόψεων ή και όλων των απόψεων πλην των δικών του».
Παρακάτω δε στην ίδια συνέντευξη συνεπής με την αντίληψή του για τα πράγματα που συμβαίνουν στην Ουκρανία και δεσμευμένος με όσα έχει ήδη αναφέρει, υποπίπτει σε ένα μάλλον σημαντικό ατόπημα απατώντας στο ερώτημα του δημοσιογράφου σχετικά με τους Ρωσικής κατασκευής S-300 που διαθέτει η Ελλάδα και τις αναμενόμενες, λόγω των κυρώσεων προς τη Ρωσία, δυσκολίες στην διατήρηση της επιχειρησιακής διαθεσιμότητάς τους: «Αποτελούν επιλογές άλλων δεκαετιών, περασμένων δεκαετιών. Η χώρα δεν προτίθεται να αγοράσει κανένα αμυντικό σύστημα από τη Ρωσία. Θα διαχειριστούμε την πραγματικότητα όσο καλύτερα μπορούμε. Δεν είναι όμως αμυντικά συστήματα τα οποία είναι κρίσιμα για την εθνική άμυνα».
Προφανώς θα ρώτησε τον ΑΓΕΕΘΑ κ. Φλώρο για το τελευταίο, ο οποίος δεν θα θυμόταν εκείνη τη στιγμή, τον αγώνα του προ-προκατόχου του, στρατηγού Κωσταράκου, που προσπαθούσε εναγωνίως, ενάντια στα ιστορικά δεδομένα και τις συνέπειές τους, που μετέφεραν τον χώρο δράσης των S-300 από την Κύπρο στην Κρήτη, να βελτιώσει την επιχειρησιακή ικανότητα του συγκεκριμένου όπλου, πετυχαίνοντας και σχετική δοκιμή της αποτελεσματικότητάς τους στο πεδίο βολής Κρήτης το 2013.
Ίσως θα έπρεπε να ρωτήσει σχετικά την αδελφή του Ντόρα, που ήταν Υπουργός Εξωτερικών στην κυβέρνηση Κώστα Καραμανλή για να τον ενημερώσει για τις αντιδράσεις των χειριστών της 343 Μοίρας F-16, όταν ο συνάδελφός τους Σμηναγός Κώστας Ηλιάκης, στις 23 Μαΐου 2006, κατά την προσπάθειά του να εμποδίσει την φωτογράφιση των εγκαταστάσεων των S-300 στην Κρήτη, παρεμβάλλοντας το F-16 του μεταξύ των Τούρκικων φωτογραφικών RF-4, σκοτώθηκε από τον Τούρκο πιλότο Χαλί Ιμπραήμ Οσκεμπίρ. Προφανώς ο ήρωας Ηλιάκης που πλήρωσε με τη ζωή του την προστασία τους, όπως και οι περισσότεροι μέχρι και σήμερα ιπτάμενοι χειριστές της Πολεμικής Αεροπορίας, αλλά και οι συνάδελφοί τους στο έδαφος που υπηρετούν σε αυτά τα αντιαεροπορικά, δεν θα μπορούσαν να αποδεχθούν τη ρήση του πρωθυπουργού ότι αυτά τα συστήματα «δεν είναι κρίσιμα για την εθνική άμυνα» και την συνεπόμενη απαξίωσή τους.
Σε κάποιο βαθμό βέβαια ένας πολιτικός και ιδιαίτερα ένας πρωθυπουργός δικαιολογείται για την έλλειψη ενσυναίσθησης, λόγω του προστατευμένου περιβάλλοντος μέσα στο οποίο λειτουργεί. Στην περίπτωση αυτή όμως θα έπρεπε να επέμβει και να ενημερώσει σχετικά ο καθ’ύλην αρμόδιος αξιωματούχος, δηλαδή ο Αρχηγός Τακτικής Αεροπορίας κ. Γιώργος Φασούλας, ο οποίος ήταν Διοικητής της 343 Μοίρας, την περίοδο που συνέβη το τραγικό γεγονός της δολοφονίας, ουσιαστικά, του Κώστα Ηλιάκη. Ο βάσει των αρμοδιοτήτων του «υπεύθυνος για την Αεράμυνα της Χώρας» Αρχηγός, τουλάχιστον θα έπρεπε να υποστηρίξει την επιχειρησιακή ικανότητα και αξία του προσωπικού της Μονάδας των S-300.
Ίσως να ζητάμε πολλά, φαίνεται ότι το όλο σύστημα κάτω από την ηγεσία Μητσοτάκη έχει δεσμευτεί με μια συμφωνία σιωπής που προσφέρει την προαναφερόμενη «φούσκα προστασίας» στον ηγέτη. Ο νυν Πρωθυπουργός της Ελλάδας δεν φαίνεται να πλησιάσει το επίπεδο πολλών προκατόχων του, παρά την προσπάθειά του να ενισχύσει την υστεροφημία του και το ιστορικό αποτύπωμά του αναφερόμενος, (πολύ συχνά άκαιρα), σε παρεμβάσεις κυρίως του Ελευθέριου Βενιζέλου στην Βουλή των Ελλήνων, είναι όμως πολύ πιθανό να αποτελέσει ιστορικό αντικείμενο του λόρδου Όουεν, σε μια μελλοντική μελέτη του για τους ηγέτες που βρέθηκαν στην εξουσία μετά το 2007.
*Υποπτέραρχος (Ι) ε.α.
**David Owen, In Sickness and in Power: Illness in heads of government during the last 100 years.
