Η ετήσια Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου θα συνέλθει στη βαυαρική πρωτεύουσα στις 18-20/2 εν μέσω της κορύφωσης της έντασης στις σχέσεις της Δύσης με τη Ρωσία. Επικεφαλής της αμερικανικής αντιπροσωπείας θα είναι η αντιπρόεδρος Καμάλα Χάρις, ενώ σε απόλυτη αντίστιξη έχει προαναγγελθεί ότι θα είναι η ρωσική συμμετοχή.
Ο Πούτιν αλλά και ο Λαβρόφ, που έχουν συμμετάσχει πολλές φορές στο παρελθόν στη Διάσκεψη, φέτος επέλεξαν να μην είναι παρόντες, προφανώς στην επικοινωνιακή γραμμή ότι η κανονικότητα στις σχέσεις με τις ΗΠΑ και τη Δύση παραμένει ζητούμενη, με τη ρωσική πλευρά να ζητά συγκεκριμένες κινήσεις και δεσμεύσεις και όχι ακαδημαϊκού τύπου ανταλλαγές απόψεων για την ευρωπαϊκή ασφάλεια.
Ετσι φέτος η Διάσκεψη θα λειτουργήσει και ως βαρόμετρο του διαλόγου ΗΠΑ-Ρωσίας για την ασφάλεια της Ευρώπης με αφορμή την κρίση στην Ουκρανία.
Η απουσία της Ρωσίας σε υψηλό επίπεδο σχολιάζεται από τώρα, καθώς σπάει την πολυετή παράδοση συμμετοχής της Μόσχας σε ανάλογες στιγμές κορύφωσης της έντασης.
Τη δεκαετία του 1980, όταν οι ΗΠΑ προχώρησαν στην εγκατάσταση πυραύλων μέσου βεληνεκούς στη Δυτική Ευρώπη, αλλά και τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ‘90, όταν ξεκίνησε η προετοιμασία της διεύρυνσης του ΝΑΤΟ προς Ανατολάς, η Διάσκεψη του Μονάχου ήταν ένα φόρουμ ανταλλαγής απόψεων, ο χαλαρός και ανεπίσημος χαρακτήρας του οποίου διευκόλυνε τις αντίπαλες πλευρές.
Η Διάσκεψη χρονικά βρίσκεται μετά τον διπλωματικό πυρετό επαφών κορυφής στην Ουάσινγκτον και στη Μόσχα και πριν από την αναμενόμενη ως πιθανή σύγκληση συνόδου κορυφής του κουαρτέτου Γαλλία, Γερμανία, Ρωσία και Ουκρανία, μια εξέλιξη που εξαρτάται σε καθοριστικό βαθμό από την Ουάσινγκτον και τη Μόσχα.
Οι συνομιλίες Μπάιντεν και Πούτιν με τους Σολτς και Μακρόν επέτρεψαν στον μεν Λευκό Οίκο να μιλά για ενιαία στάση του ΝΑΤΟ, στο δε Κρεμλίνο να καταγράφει τη στάση της καγκελαρίας και του Ελιζέ ως εποικοδομητική αλλά ανεπαρκή, καθώς συνολική συμφωνία για τη ρωσική πλευρά δεν είναι νοητή χωρίς τη συμμετοχή του αρχηγού του δυτικού μπλοκ, δηλαδή των ΗΠΑ.
Αν υπάρξει έστω και στο παρά πέντε συμμετοχή υψηλού επιπέδου της Ρωσίας στη Διάσκεψη, τότε ο χρονικός ορίζοντας των διαπραγματεύσεων κορυφής με τις ΗΠΑ, που επί της ουσίας άρχισαν στα μέσα του περασμένου Ιουνίου στη Γενεύη, είναι διακριτός και βραχυπρόθεσμος.
Αν αντίθετα η Ρωσία παραμείνει στην ουσία απούσα, τότε η διαπραγμάτευση έχει τερματικό ορίζοντα αορίστου χρόνου και συνεπώς προέχει με κάποια μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης η αποφυγή ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης της έντασης.
Παρά τη βαθιά ριζωμένη αντίληψη ότι η ΕΣΣΔ και στη συνέχεια η Ρωσία ήθελε να διαιρέσει το ΝΑΤΟ και να διαπραγματευτεί απευθείας με τις ευρωπαϊκές δυνάμεις το πλαίσιο της ασφάλειας της Γηραιάς Ηπείρου, η αλήθεια βρισκόταν και εξακολουθεί να βρίσκεται στους αντίποδες.
Αν υπάρχει πολιτική βούληση στις όχθες του ποταμού Ποτόμακ, η συγκατοίκηση, η διατύπωση ενός modus vivendi ανάμεσα στις δύο πυρηνικές υπερδυνάμεις, μπορεί να στηριχτεί από τη μέγιστη δυνατή αξιοποίηση δύο υπαρχόντων θεσμικών πλαισίων, του Συμβουλίου ΝΑΤΟ-Ρωσίας και, κυρίως, του ΟΑΣΕ.
Ενα είναι βέβαιο: με δεδομένη την άκρως βεβαρημένη σήμερα διεθνή συγκυρία, ούτε το Κρεμλίνο ούτε και η Ουάσινγκτον, παρά τη σκληρή ρητορική τους, έχουν τις αντοχές που απαιτεί μια παρατεταμένη σχοινοβασία χωρίς δίχτυ ασφαλείας.
