Σε ένα παρελθόν που σήμερα φαίνεται σχεδόν φανταστικό, στην Ελλάδα υπήρχε η ευρεία πεποίθηση ότι «δεν είμαστε ρατσιστές, είμαστε φιλόξενοι, όλους τους δεχόμαστε», ένα ψέμα που πρόθυμα πιστεύαμε σχεδόν συλλογικά. Η Ελλάδα ήταν χώρα προέλευσης μεταναστών από τότε που ιδρύθηκε, δεν θα μπορούσε να μην αναγνωρίζει το δικαίωμα στη μετανάστευση.
Το 1991 η άφιξη των πρώτων Αλβανών μεταναστών αποκάλυψε το βάθος του ψέματος. Ρατσισμός, διακρίσεις, εκμετάλλευση, απλήρωτη εργασία, καμία ενταξιακή πολιτική, ρητορική μίσους (κι ας μην την αναγνωρίζαμε τότε ως τέτοια). Στα σχολεία ευτυχώς τα παιδιά γραφόταν και παρακολουθούσαν και χωρίς χαρτιά (μια παρανομία που γινόταν με τις ευλογίες του Υπουργείου Παιδείας που διαφορετικά θα έπρεπε να φροντίσει την αναγνώριση τους). Δυστυχώς δεν υπήρχε καμία πρόνοια για την ουσιαστική ένταξη με αποτέλεσμα να βρίσκονται π.χ. στην Α’ Γυμνασίου παιδιά που δεν μιλούσαν καθόλου ελληνικά, σχεδόν καταδικασμένα σε σχολική αποτυχία με όλες τις συνέπειες της. Οικογένειες ολόκληρες να βαφτίζονται και να αλλάζουν μικρά ονόματα, γιατί δεν μπορούσαμε να ασχοληθούμε να μάθουμε τα δικά τους.
Η πρώτη επίσημη γνωριμία της ελληνικής κοινωνίας με τον ρατσισμό έγινε με την υπόθεση του Οδυσσέα Τσενάι, του πρώτου αλβανικής καταγωγής μαθητή που αρίστευσε και που, κατά τα ειωθότα, θα έπρεπε να γίνει σημαιοφόρος. Ήταν το 2000 και η Ελλάδα είχε ξεσηκωθεί -εναντίον του. Ο δεκαπεντάχρονος Τσενάι για να κατευνάσει τα πνεύματα παραιτήθηκε του δικαιώματός του -κάτι που επανέλαβε το 2003, όταν πάλι αρίστευσε και πάλι δεν έγινε σημαιοφόρος. (Για την ιστορία, το σχολείο του Τσενάι ήταν στη Νέα Μηχανιώνα, προσφυγούπολη το 1923, θύλακας της Χρυσής Αυγής 80 χρόνια μετά.)
Τις δεκαετίες του 1990 και του 2000 μέχρι την κρίση η ελληνική κοινωνία προσπαθούσε να χτίσει αυτοεκτίμηση πάνω σε ό,τι θεωρούσε κατώτερο. Το σύνθημα «δε θα γίνεις Έλληνας ποτέ, Αλβανέ, Αλβανέ» έλεγε ακριβώς αυτό και δεν ήταν τυχαίο που ήχησε σε μία στιγμή «εθνικού θριάμβου», στους πανηγυρισμούς για τις επιτυχίες στο Euro 2004. Ήταν τα χρόνια ακόμη που το κράτος διατηρούσε ένα νομοθετικό πλαίσιο μηδενικής ανοχής στη μετανάστευση, που καθιστούσε εξαιρετικά δύσκολη την εξασφάλιση της νόμιμης παραμονής και εργασίας στη χώρα.
Η αλβανική κοινότητα από τη μία βοηθούσε την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας και από την άλλη αντιμετώπιζε έντονες διακρίσεις σε ένα κράτος χωρίς καμία ενταξιακή πολιτική. Το στερεότυπο του Αλβανού εγκληματία κρατάει καλά ακόμη και σήμερα, η συζήτηση για την εθνικότητα του δράστη στην οπαδική δολοφονία της Θεσσαλονίκης έρχεται πολύ λίγο καιρό μετά το σχόλιο του Ευαγγελάτου («τι πιο σύνηθες από έναν Αλβανό με όπλο»).
Οι διακρίσεις γεννούν αποκλεισμούς και οι αποκλεισμοί παραβατικότητες. Η αλβανική κοινότητα στην Ελλάδα εντάχθηκε όχι επειδή η πολιτεία το θέλησε, αλλά παρότι έκανε ό,τι μπορούσε για να τη διώξει. Σχεδόν τρεις δεκαετίες μετά, ακόμη δε μπορούμε να δεχτούμε την πολιτογράφηση ανθρώπων που κατοικούν και δουλεύουν εδώ χρόνια ως αυτονόητο δικαίωμα (κάτι που αποδεικνύει στην πράξη ο νόμος Βορίδη), ακόμη και έναντι της διατήρησής τους σε ένα καθεστώς (ημί-)παρανομίας.
Σε αυτό το πλαίσιο είναι σχεδόν αυτονόητο ότι τα άτομα που θεσμικά και κοινωνικά αποκλείονται θα ενταχθούν όπου μπορούν, όπου αισθάνονται ότι χωράνε, όπου αισθάνονται ότι ανήκουν. Ένα τέτοιο ρόλο εξυπηρετούν και οι οπαδικοί σύνδεσμοι, μια «οικογένεια», ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο δεν έχουν σημασία όσα η κοινωνία απορρίπτει και τους δίνει μια ταυτότητα που υπερβαίνει τις υπόλοιπες, και υπεροχή έναντι των «εχθρών». Και βέβαια ένα πλαίσιο που επιτρέπει το ξέσπασμα της οργής και τη βία -και βέβαια προφανώς οι αποκλεισμοί και οι διακρίσεις γεννούν και οργή και βία, ας μην εθελοτυφλούμε. (Αν όλα αυτά θυμίζουν και την οργάνωση σε φασιστικές ομάδες όπως η Χρυσή Αυγή, είναι γιατί πολλά από τα χαρακτηριστικά είναι κοινά.) Αποκλεισμοί, παραβατικότητα, και μετά η παραβατικότητα ως δικαιολογία για περισσότερους αποκλεισμούς.
Τα παραπάνω δεν τα γράφω ως δικαιολόγηση του δράστη, μία δολοφονική επίθεση δεν χωρά δικαιολογίες. Όσο όμως βάζουμε την εθνικότητα ως προσδιοριστικό του δράστη, θα πρέπει να θυμόμαστε ότι αυτό συμβαίνει στο εκάστοτε ελληνικό συγκείμενο, και μόνο έτσι να το επικαλούμαστε και όχι για τη δήθεν ενημέρωση του κοινού. Όπως θα πρέπει και να διευκρινίζουμε ότι οι Έλληνες πρωτοστατούν στην εγκληματικότητα -και να προσθέτουμε αντίστοιχα την εθνικότητα και σε αυτούς τους τίτλους.
Και αφού τα αναγνωρίσουμε αυτό και όλα τα προηγούμενα, να δούμε πρώτα τι θα κάνουμε. Και μετά, αφού θα έχουμε κάνει κάτι ας αναφέρουμε και για την εθνικότητα του δράστη. Μόνο που τότε πια δεν θα πρέπει να έχει σημασία.
*PhD, Επιστημονικά Συνυπεύθυνη Orlando LGBT+
