Η πανδημία μάς δίδαξε δύο βασικά πράγματα. Το πρώτο, ότι η υγεία των πολιτών –ειδικά στη σύγχρονη εποχή όπου οι επιδημίες και οι πανδημίες εξαπλώνονται εν ριπή οφθαλμού σε όλο τον πλανήτη– είναι η βασική προϋπόθεση μιας οργανωμένης κοινωνίας και μιας ισχυρής και αναπτυσσόμενης οικονομίας. Το δεύτερο, ότι αυτή η προϋπόθεση για να διασφαλίζεται απαιτεί ισχυρό κρατικό Εθνικό Σύστημα Υγείας.
Δεν χρειάζεται να επιχειρηματολογήσει κανείς για τα παραπάνω. Αρκεί μόνο να σκεφτούμε το οικονομικό κόστος της πανδημίας που ακόμα βιώνουμε αλλά και την αδυναμία του ιδιωτικού τομέα Υγείας να συνεισφέρει στο ελάχιστο ή χωρίς υψηλές αποζημιώσεις.
Η Υγεία είναι ένα δημόσιο αγαθό που όσα κι αν δαπανήσει ένα κράτος γι’ αυτήν γυρίζουν πίσω στο πολλαπλάσιο. Αυτό αποδεικνύεται εύκολα. Αρκεί να αναλογιστούμε τι καταστροφή στην οικονομία και στην κοινωνία θα συνέβαινε αν τα τελευταία δύο χρόνια δεν είχαμε, έστω, αυτό το εξασθενημένο ΕΣΥ για να αντιμετωπίσουμε τα διαδοχικά κύματα του κορονοϊού. Δεν υπάρχει νοήμων άνθρωπος που να μην το αντιλαμβάνεται αυτό.
Κατά συνέπεια τίθεται το ερώτημα: Γιατί η κυβέρνηση κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση; Γιατί μειώνει τις δαπάνες για την υγεία; Γιατί προετοιμάζεται ώστε με το τέλος της πανδημίας να συρρικνώσει το ΕΣΥ και να αφήσει χώρο επέκτασης του ιδιωτικού τομέα είτε με κλείσιμο κρατικών νοσοκομειακών μονάδων και υπηρεσιών είτε μέσω συμπράξεων Δημοσίου και ιδιωτών στην Υγεία;
Η απάντηση είναι τραγικά απλή. Είναι εμμονικά νεοφιλελεύθερη. Θεωρεί τα πάντα εμπόρευμα, την Παιδεία, την Υγεία, κάθε δημόσιο αγαθό, τους ίδιους τους ανθρώπους. Αγοράζεις και πληρώνεις. Κι αν καταφέρει να επιβάλει την εμμονή της αυτή, δεν θα αργήσουμε να αντιληφθούμε το κόστος. Οι επιδημίες και οι πανδημίες δεν τελειώνουν με τον κορονοϊό.
