ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Τάκης Γεωργακόπουλος*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ως γιατρός του ΕΣΥ που υπηρετεί από το 1999 στη ΜΕΘ του Γ.Ν. Πατρών αλλά και με την εμπειρία Δημόσιας Διοίκησης ως αντιπρόεδρος του ΕΟΠΥΥ (2015-2019) έχω πραγματικά εκπλαγεί από τον τρόπο που η κυβέρνηση αντιμετωπίζει τη δημοσιοποίηση των ευρημάτων της μελέτης των κ. Τσιόδρα-Λύτρα σχετικά με τη θνητότητα (και όχι μόνο) των διασωληνωμένων ασθενών με Covid-19, που νοσηλεύονται είτε εντός είτε εκτός ΜΕΘ.

Μια επιπολαιότητα που εδράζεται, κατά τη γνώμη μου, στο γεγονός ότι η πολιτική ηγεσία, από τον πρωθυπουργό ώς και το αρμόδιο υπουργείο Υγείας, γνώριζε τα ευρήματα της επιστημονικής μελέτης, αλλά απλώς αδιαφόρησε γι’ αυτά, αφού ο πρωθυπουργός επέλεξε στη Βουλή να εμφανιστεί έχων άγνοια επιστημονικών δεδομένων για τη θνητότητα των ασθενών στις ΜΕΘ και γι’ αυτό προκάλεσε τότε την αντιπολίτευση, ζητώντας να φέρει αυτή στη Βουλή παρόμοια δεδομένα.

Η δημοσιοποίηση της μελέτης όμως και ιδιαίτερα οι αναρτήσεις του κ. Λύτρα, ενός εκ των ερευνητών-συγγραφέων, διαψεύδει παταγωδώς τους ισχυρισμούς της κυβέρνησης, καθιστώντας την έτσι υπόλογη έναντι των πολιτών και ιδιαίτερα των ασθενών που εξ αντικειμένου, όντες νοσηλευόμενοι εκτός ΜΕΘ και έχοντας πλημμελή φροντίδα, πέθαναν σε μεγαλύτερο ποσοστό απ’ όσους πέθαναν εντός ΜΕΘ.

Από τις διαπιστώσεις της μελέτης των Τσιόδρα-Λύτρα, κρατάω δύο:

  1. Τις «χαμηλές αντοχές του ΕΣΥ», για τις οποίες υπάρχουν εξ αρχής αρκετές αναφορές και παρά ταύτα η κυβέρνηση δεν κάνει τίποτα για να τις ενισχύσει, σε όλα τα επίπεδα περίθαλψης και όχι μόνο σε επίπεδο εντατικής νοσηλείας στις ΜΕΘ.
  2. Την «υγειονομική ανισότητα Αθήνας – Περιφέρειας», που για να αρθεί θα πρέπει και πάλι η κυβέρνηση να φροντίσει με μέτρα ενίσχυσης των ΜΕΘ της Περιφέρειας με υγειονομικό προσωπικό αλλά και ιατροτεχνολογικό υλικό και όλες τις αναγκαίες υποδομές, ώστε η νοσηλεία σε επαρχιακές ΜΕΘ να μην υπολείπεται της νοσηλείας στις ΜΕΘ της Αθήνας.

Θεωρώ πως οι δύο μελετητές μίλησαν για το αυτονόητο που αποτελεί και δική τους διαπίστωση, πως «τα ευρήματα δείχνουν ξεκάθαρα την ανάγκη ενίσχυσης του Συστήματος Υγείας με κάθε πρόσφορο τρόπο, προκειμένου να σωθούν ζωές».

Ε, αυτό δεν άρεσε στην κυβέρνηση, που έχει βαλθεί και εν μέσω πανδημίας να αποδομήσει το ΕΣΥ, να το αποσαθρώσει και να το αφήσει στην… τύχη του μαζί και με τους ασθενείς που νοσηλεύονται στις δημόσιες ΜΕΘ. Ενοχλήθηκαν ωστόσο η κυβέρνηση και οι κυβερνητικοί βουλευτές από την οξεία και αυστηρή τοποθέτηση Κουρουμπλή, ζητώντας «την κεφαλή του επί πίνακι», ενώ χειροκροτούσαν τον Χρυσοχοΐδη όταν κατηγορούσε τον ΣΥΡΙΖΑ πως «σκότωσε 100 ανθρώπους στο Μάτι», χωρίς να δείξουν την παραμικρή ευαισθησία και σεβασμό στους νεκρούς της φονικής πυρκαγιάς.

Αυτή είναι όμως η ποιοτική διαφορά των δύο πολιτικών χώρων.

Παράλληλα, η κυβέρνηση δήλωσε ανερυθρίαστα πως η συγκεκριμένη μελέτη «δεν ήταν σε γνώση του πρωθυπουργού» παρά τις γραπτές διαβεβαιώσεις, δημοσίως, του κ. Λύτρα πως «είχαν ενημερωθεί εξ αρχής αυτοί που λαμβάνουν τις αποφάσεις», οπότε είτε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος ψεύδεται, είτε ο πρωθυπουργός καλύπτει τους συνεργάτες του και τους υπουργούς της εποχής εκείνης που δεν τον ενημέρωσαν, αν δεν τον ενημέρωσαν. Ποιος πιστεύει όμως ότι οι συνεργάτες του πρωθυπουργού δεν τον είχαν ενημερώσει για μια τέτοια μελέτη που τους είχε γνωστοποιηθεί;

Αν συμβαίνει κάτι τέτοιο, θα έπρεπε ήδη ο πρωθυπουργός να τους είχε αποπέμψει. Τους καλύπτει όμως κι αυτό φαίνεται από την τοποθέτησή του στη Βουλή όπου ερωτούσε τον Τσίπρα αν έχει «τέτοια μελέτη». Μάλλον κάτι ήξερε ο πρωθυπουργός για τη μελέτη των Τσιόδρα-Λύτρα. Ταυτόχρονα η κυβέρνηση έβαλε την υφυπουργό Υγείας Μίνα Γκάγκα να αμφισβητήσει και να απαξιώσει τη μελέτη λέγοντας πως παρουσιάζει «μεθοδολογικά προβλήματα», χωρίς όμως να μας εξηγεί η γιατρός-υφυπουργός ποια είναι αυτά τα προβλήματα που καθιστούν μη αξιόπιστη τη μελέτη.

Η συμπεριφορά της κυβέρνησης Μητσοτάκη θυμίζει την παροιμία «ο πνιγμένος από τα μαλλιά του πιάνεται».

Προσωπικά, ως γιατρός σε ΜΕΘ του Γ.Ν. Πατρών «Αγιος Ανδρέας» από το 1999, αντιλαμβάνομαι και τον πανικό της κυβέρνησης αλλά και τη σοβαρότητα των ευρημάτων της μελέτης, όπως και την επικινδυνότητα της εφαρμοζόμενης πολιτικής, που στην περίπτωσή μας μας αφήνει να λειτουργούμε δύο ΜΕΘ, μία γενική και μία Covid, με ελλιπέστατο νοσηλευτικό και ιατρικό προσωπικό, όταν γνωρίζει -όπως και η Διοίκηση- ότι το νοσοκομείο μας δέχεται ασθενείς για νοσηλεία ΜΕΘ από ολόκληρη την Πελοπόννησο, τη Στερεά Ελλάδα και τα Ιόνια Νησιά.

Μήπως θα πρέπει οι υπεύθυνοι που λαμβάνουν αποφάσεις και είναι γνώστες της τραγικής πραγματικότητας να δείξουν ευαισθησία, σοβαρότητα και τόλμη, ενισχύοντας το ΕΣΥ και τις δημόσιες ΜΕΘ με όσο προσωπικό είναι αναγκαίο, ώστε οι ασθενείς να νοσηλεύονται -όλοι εντός ΜΕΘ- με ασφάλεια και αξιοπρέπεια, αυτή που αρμόζει σε κάθε πολίτη που με τις ασφαλιστικές του εισφορές χρηματοδοτεί, σε όλη τη διάρκεια του εργασιακού βίου του, το ασφαλιστικό σύστημα περίθαλψης και, στοιχειωδώς, απαιτεί να έχει και αξιοπρεπή και ασφαλή νοσηλεία, όταν η υγεία του παρουσιάζει σοβαρά προβλήματα;

Αγαπητοί κυβερνώντες, οι βλάβες που προκαλεί ο κορονοϊός είναι αρκετά σοβαρές και δεν επιδέχονται κυβερνητικούς ερασιτεχνισμούς.

Και η νοσηλεία των ασθενών εκτός ΜΕΘ, έστω και για ένα 24ωρο, εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους! Αν θέλετε, καταλάβετέ το.

*Πνευμονολόγος, διευθυντής ΕΣΥ/ΜΕΘ Γ.Ν. Πάτρας «Αγιος Ανδρέας», πρώην αντιπρόεδρος ΕΟΠΥΥ