Χρησιμοποιώ δύο όρους. Πολιτική κληρονομιά του Μπουρντιέ και τον δυσμετάφραστο γαλλικό όρο παντουφλάζ που υποδηλώνει τη συνεχή και προσοδοφόρα μεταπήδηση, χάρη στο σφιχταγκάλιασμά τους, των στελεχών του δημόσιου στον ιδιωτικό τομέα και το αντίστροφο. Δύο όροι, από μία σκοπιά, κατάλοιπα του παλαιού καθεστώτος και της αριστοκρατικής κοινωνίας.
Την κληρονομιά και το σφιχταγκάλιασμα πάσχισε να ξορκίσει η ανερχόμενη αστική τάξη και η φιλελεύθερη σκέψη με τους όρους αξιοκρατία και διάκριση των εξουσιών. Αντί της κληρονομιάς πρότεινε την αξία. Καθένας από μας καταλαμβάνει θέση, δημόσια ή ιδιωτική, σύμφωνα με την αξία του, με τα προσόντα του. Εμβληματικός όρος, σήμα κατατεθέν της θεώρησης αυτής είναι η αξιοκρατία. Αυτή η αρχή θα πρέπει να εφαρμόζεται στη διοίκηση, παντού. Σύγχρονη προέκταση της αρχής αυτής παραδόξως είναι η αριστοκρατική αρχή της excellence, ελληνιστί της αριστείας. Η φιλελεύθερη σκέψη δεν ήταν αφελής για να μείνει μόνο στην αξιοκρατία. Εισήγαγε μια δεύτερη αρχή, ενισχυτική της πρώτης, τη διάκριση των εξουσιών. Στόχος είναι η αποτροπή της συγκέντρωσης εξουσίας ώστε να μην ασκείται απολυταρχικά ή αριστοκρατικά.
Μπορούν να τηρηθούν αυτές οι δύο προϋποθέσεις; Ο Σούμπετερ, θερμός υπέρμαχος του καπιταλισμού, έδειξε ότι σε περιόδους εκτεταμένων καινοτομιών μεταβάλλονται κοινωνικές ισορροπίες. Επαγγέλματα και ειδικότητες απαξιώνονται, νέα επαγγέλματα αναδύονται, αυτοί που τα ασκούν αξιοδοτούνται κοινωνικά και κερδίζουν παραπάνω από άλλους. Από την άλλη ο Μπουρντιέ έδειξε ότι η αξία δεν είναι καθαρά ατομική υπόθεση εφόσον οι διάφοροι τύποι κεφαλαίου πέρα από το οικονομικό (πολιτιστικό, κοινωνικό, πολιτικό, συμβολικό) κληροδοτούνται και σε μεγάλο βαθμό κληρονομούνται. Πόσο αξιοκρατική συνεπώς μπορεί να είναι μια διαδικασία που αξιολογεί ανθρώπους οι οποίοι εκκινούν από διαφορετικές αφετηρίες;
Κλασικό παράδειγμα οι πολιτικοί. Μεγάλο μέρος των βουλευτών του ελληνικού κοινοβουλίου παραδοσιακά είναι κληρονόμοι. Το φαινόμενο εντείνεται με τη σταθεροποίηση του κομματικού πεδίου. Στη δεκαετία του 1990 οι κληρονόμοι ανέρχονταν σε τουλάχιστον 20% του συνόλου των βουλευτών, ένας στους πέντε, πολλοί από αυτούς κυβερνητικοί αξιωματούχοι. Σήμερα λόγω των σημαντικών αλλαγών στο κομματικό πεδίο, την κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ και την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ, είναι λιγότεροι. Βρίσκονται κυρίως στο κυβερνητικό στρατόπεδο. Και βέβαια, με εξαιρέσεις, κατέχουν τις σημαντικότερες θέσεις.
Η κληρονομιά αντιστρατεύεται και υποθηκεύει την αξιοκρατία. Ωστόσο είναι ορατή και εν πολλοίς προβλέψιμη. Δύσκολα το παιδί, ανίψι ή κάποιος από το στενό περιβάλλον σημαίνοντος πολιτικού, ιδιαίτερα συντηρητικού, να μην εκλεγεί. Πιο πολύπλοκο και συνάμα πιο επικίνδυνο για τη δημοκρατία είναι το σφιχταγκάλιασμα δημόσιου τομέα και ιδιωτικού. Ετσι προέκυψε το παντουφλάζ. Γόνοι-κληρονόμοι ως επί το πλείστον αποφοιτούν από τα «καλύτερα» εκπαιδευτικά ιδρύματα, γίνονται στελέχη του δημόσιου ή του ιδιωτικού τομέα και μετά περνάνε στον άλλο. Ετσι ο ιδιωτικός έχει προνομιακή διείσδυση στο Δημόσιο και το Δημόσιο προνομιακές σχέσεις με κρατικοδίαιτα τμήματα του ιδιωτικού. Ετσι το Δημόσιο αποικιοποιείται, στελεχώνεται από ευγενείς και εκτρέφει κρατικοδίαιτους ιδιώτες.
Θαρρώ ότι στην Ελλάδα βρισκόμαστε σε μια τέτοια φάση. Η Ν.Δ. του Κυρ. Μητσοτάκη, με το επιχείρημα της καλύτερης και αποδοτικότερης συνεργασίας του κράτους, έχει υιοθετήσει ευρέως τέσσερις πρακτικές. Οι δύο είναι παραδοσιακές. Μυρίζουν έντονα πελατειακές πρακτικές της δεκαετίας του 1960. Αθρόοι διορισμοί ημετέρων, ως συμβούλων και όχι μόνο, σε υπουργεία, δημόσιους οργανισμούς και υπηρεσίες. Αλλά και μαζικές «εξυπηρετήσεις» με τη μορφή κυρίως εποχικών προσλήψεων και μετακινήσεων κάθε είδους.
Οι δύο άλλες πρακτικές είναι νέες. Με το επιχείρημα ότι το κράτος πρέπει να είναι αποτελεσματικότερο προσλαμβάνονται «άριστοι» από τον ιδιωτικό τομέα. Ετσι επιχειρείται να νομιμοποιηθεί το λεγόμενο επιτελικό κράτος. Από την άλλη προβάλλεται συστηματικά ότι οι θεσμοί, από τα εκπαιδευτικά ώς τα πολιτιστικά ιδρύματα, οφείλουν να υπηρετούν την οικονομία. Η αντίληψη αυτή όχι μόνο εκτρέφει μια αγοραία αντίληψη της ζωής και της δημοκρατίας, αλλά οδηγεί στο σφιχταγκάλιασμα δημόσιου και ιδιωτικού. Αυτονόητα δημόσιο και ιδιωτικό δεν μπορεί να είναι αποστειρωμένα, απέναντι. Εδώ όμως, χάρη και στη γενίκευση των απευθείας αναθέσεων, το Δημόσιο λειτουργεί ως υπηρέτης ημέτερων κρατικοδίαιτων. Με το σφιχταγκάλιασμα αυτό αναμένεται να απαξιωθεί περαιτέρω το Δημόσιο και, δίκην αυτοεκπληρούμενης προφητείας, να νομιμοποιηθεί η απομύζησή του. Και όλα αυτά στο όνομα της αξιοκρατίας, της διάκρισης των εξουσιών και κάπου στη μέση της αριστείας.
* Πανεπιστήμιο Πατρών
