ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιάννης Τζώρτζης*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η συμφωνία που επιτεύχθηκε στη Γερμανία για νέα κυβέρνηση υπό τον σοσιαλδημοκράτη Σολτς επανέφερε το θέμα περί ανάκαμψης και «βιωσιμότητας» μιας γηραιάς σοσιαλδημοκρατίας στους δύσκολους καιρούς μας. Στο επίκεντρο των διαλογισμών βρίσκεται το ερώτημα κατά πόσο εμφανίζεται μεταλλαγμένη η σημερινή σοσιαλδημοκρατία και ποιο θα είναι το μέλλον της σε ένα διεθνές περιβάλλον κρίσεων, ανταγωνισμών και αντιφάσεων.

Γεννηθείσα στη Γερμανία κατά τη δεκαετία του 1860, υπό την καθοδήγηση του πρωτοπόρου σοσιαλιστή Φερδινάνδου Λασάλ, η σοσιαλδημοκρατία έμελλε να αναπτυχθεί παράλληλα με την έλευση, διαμόρφωση και εξέλιξη της βιομηχανικής εποχής. Η οποία διήρκεσε σχεδόν ενάμιση αιώνα διερχόμενη και δύο παγκοσμίους πολέμους. Στον ίδιο χρόνο, η σοσιαλδημοκρατία έμελλε να αποτελέσει την ιδεολογικοπολιτική έκφραση των χαμηλών στρωμάτων της κοινωνίας, εκείνων που ο Καρλ Μαρξ είχε ορίσει ως βιομηχανικό προλεταριάτο. Οι συνθήκες στον εργασιακό, παραγωγικό και κοινωνικό χώρο άλλαζαν ραγδαία, οι εργαζόμενοι βγήκαν από τις παράγκες, έγιναν κάποτε ισότιμοι πολίτες και ιδιοκτήτες ή επιδοτούμενοι χρήστες σύγχρονων κατοικιών.

Στη σημερινή «ψηφιακή» εποχή της τεχνητής νοημοσύνης «AΙ» (Artificial Intelligence), η ιδεολογία φαντάζει (και θεωρείται εν πολλοίς) ως μουσειακό έκθεμα με «κερατοειδείς» ιστορικές αποφύσεις, συνιστώντας αντικείμενο μελέτης ειδικών. Η γερμανική σοσιαλδημοκρατία είχε άλλωστε αποϊδεολογικοποιήσει προ πολλού το είναι της (πρόγραμμα Γκότεσμπεργκ κ.ά.). Εχοντας ισχυρό πολιτικό βραχίονα τα συνδικάτα, μέσω των οποίων διεκδικούσε την κυβερνητική εξουσία, πέτυχε να κρατά έξω από τους μηχανισμούς του κράτους το βιομηχανικό κεφάλαιο, εν μέρει και τις τράπεζες. Ετσι κατόρθωνε να εξισορροπεί διεκδικήσεις και αιτήματα των εργαζομένων με τα συμφέροντα οικονομικών συμπλεγμάτων διατηρώντας τη λεγόμενη «κοινωνική ειρήνη» στη χώρα.

Στον κοινωνικό χώρο η σοσιαλδημοκρατία είχε εγγράψει μια κοσμοϊστορικής σημασίας κατάκτηση, καθότι πέτυχε να εδραιώσει το κράτος πρόνοιας, εξασφαλίζοντας στην εργατιά μια αξιοπρεπή διαβίωση με σημαντικές υλικές και πνευματικές απολαβές. Στο πολιτικό πεδίο, ο ρόλος της διαμορφώθηκε εκτός από διεκδικήσεις στον εργασιακό χώρο και μέσα από ανατροπές στον τομέα των ατομικών δικαιωμάτων. Στη μεταπολεμική περίοδο η γερμανική σοσιαλδημοκρατία ανέπτυξε και σημαντική διεθνοπολιτική δράση, εκδηλώνοντας την αλληλεγγύη της σε αγωνιστές και κινήματα που διώκονταν από ανελεύθερα καθεστώτα.

Η άμεση σχέση του κόμματος με το εργατικό κίνημα διατηρήθηκε μέχρι το τέλος του ανατολικοευρωπαϊκού κομμουνισμού. Από το 1990 επήλθαν καίριες ανατροπές στον παραγωγικό τομέα και στον εργασιακό χώρο που έφεραν πίσω το εργατικό κίνημα συρρικνώνοντας το κοινωνικό κράτος. Η κρίσιμη μεταβολή επήλθε με την ανατροπή αυτής της σχέσης, όταν η οικονομία έφτασε να υπέρκειται πλέον της πολιτικής καθώς η παγκοσμιοποίηση έμελλε να περιορίσει τον ρόλο του κράτους ακόμη και να το εξοβελίσει από παραδοσιακά εξουσιαστικά όρια ελέγχου του.

Στο πλαίσιο αυτών των εξελίξεων, η συγκυβέρνηση Σοσιαλδημοκρατών-Πρασίνων εξαναγκάστηκε στην προώθηση της περιβόητης «Ατζέντας 2010» με την οποία περιορίστηκαν σημαντικά τα εργατικά δικαιώματα και περικόπηκαν δραστικά οι κοινωνικές παροχές. Αποσκοπώντας στη μείωση της ανεργίας και την τόνωση της χαμηλής ανάπτυξης, η τότε συγκυβέρνηση υπό τον Σρέντερ εισήγαγε τη βαθμιαία «ελαστικοποίηση» της προστασίας των εργαζομένων από απολύσεις σε μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις. Το αντεργατικό αυτό μέτρο προκάλεσε θύελλα και αντιδράσεις οργής στην κομματική βάση του SPD και στον χώρο των συνδικάτων. Ταυτόχρονα σημειώθηκε ένα πρώτο ρήγμα στο εσωτερικό του κόμματος με την αποχώρηση σειράς στελεχών υπό τον Λαφοντέν.

Υστερα από σειρά εκλογικών αποτυχιών, έχοντας βυθιστεί έως και στο 18% των ψήφων, το SPD ανέκαμψε και σχηματίζει κυβέρνηση με δικό του καγκελάριο. Ο Σολτς επικράτησε ελλείψει σοβαρών αντιπάλων και παρά την αδράνεια κορυφαίων στελεχών του SPD. Κατά πόσον θα ανακάμψει η σοσιαλδημοκρατία, θα φανεί στην πορεία της συγκυβέρνησης των «φαναριών» από το έργο και την πολιτική που θα παραχθεί.

Η Μέρκελ παρέλαβε την εξουσία το 2005 από έναν σοσιαλδημοκράτη και την παραδίδει, μετά δεκαέξι (!) ολόκληρα χρόνια, σε άλλο σοσιαλδημοκράτη. Φαντάζει σαν δίκαια «ανταπόδοση» μολονότι δεν ισχύει καν θεωρητικά. Τα χαρακτηριστικά όμως ανάμεσα στους δύο σοσιαλδημοκράτες Σολτς και Σρέντερ εμφανίζουν σημαντικές διαφορές. Ειδικά ως προς το ηγετικό προφίλ, καθότι ο Σρέντερ επέδειξε ικανότητες χειρισμών. Το ίδιο ισχύει και για την ηγετική ομάδα των Πρασίνων, η οποία διαφέρει πολύ εκείνης υπό τον Γιόσκα Φίσερ. Ιδίως ως προς τη συνοχή σε υψηλό επίπεδο. Οι σκληροί ανταγωνισμοί για την ανάληψη κυβερνητικών αξιωμάτων διέλυσαν όλες τις ψευδαισθήσεις.

Παρά τις γνωστές διαφορές ανάμεσά τους, οι Νεοφιλελεύθεροι του Λίντνερ και οι Πράσινοι όλων των αποχρώσεων πέτυχαν να συνευρίσκονται ήδη υπό τον σοσιαλδημοκράτη Σολτς. Οι συμβιβασμοί στο πρόγραμμα διευκόλυναν ασφαλώς τον σχηματισμό μιας «κυβέρνησης των φαναριών». Ποια θα είναι όμως η διάρκειά της, θα κριθεί πρώτιστα από το αν θα μπορέσει να λειτουργήσει ως ομάδα ένα τόσο ετερόκλητο σχήμα κυβερνητικών στελεχών.

 * δημοσιογράφος